ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μειώθηκαν κατά 9,95% οι καταναλωτικές δαπάνες των νοικοκυριών το 2020

Διαμορφώθηκαν στα 65,14 δισ. ευρώ. Τη μεγαλύτερη αύξηση παρουσίασε η κατανάλωση αλκοολούχων ποτών.

meiothikan-kata-9-95-oi-katanalotikes-dapanes-ton-noikokyrion-to-2020-561518440

Μείωση των δαπανών των νοικοκυριών επέφεραν, όπως ήταν αναμενόμενο, τα περυσινά lockdowns, με τις όποιες δαπάνες, πέρα από την πληρωμή ενοικίων και παγίων (λογαριασμοί ηλεκτρικού ρεύματος, νερού κ.ο.κ.), να κατευθύνονται κατά κύριο λόγο στα τρόφιμα, στην εκπαίδευση, στην υγεία και στις επικοινωνίες. Το παραπάνω βεβαίως εξηγεί και τη σημαντική αύξηση των καταθέσεων που σημειώθηκε την περασμένη χρονιά, με τις αποταμιεύσεις των νοικοκυριών να αυξάνονται, σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, κατά 9,6 δισ. ευρώ.

Τα στοιχεία της Ερευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών για το 2020, τα οποία ανακοίνωσε χθες η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ), δείχνουν επίσης ότι, αν και αρκετοί επιδόθηκαν στη διάρκεια του lockdown σε αθλητικές δραστηριότητες, πολλοί ήταν εκείνοι που αύξησαν την κατανάλωση αλκοόλ και καπνού. Μάλιστα, η μέση μηνιαία κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών (σε ποσότητες) είναι αυτή που σημείωσε τη μεγαλύτερη αύξηση (18,2%).

Σύμφωνα λοιπόν με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, η συνολική ετήσια δαπάνη των νοικοκυριών διαμορφώθηκε το 2020 σε 65,14 δισ. ευρώ, μειωμένη κατά 9,95% σε σύγκριση με το 2019 (σε τρέχουσες τιμές). Σε πραγματικούς όρους μειώθηκε κατά 7,78%, λόγω της επίδρασης του αρνητικού πληθωρισμού το 2020 (μείωση του δείκτη τιμών καταναλωτή κατά 2,3%). Η μέση ετήσια δαπάνη των νοικοκυριών διαμορφώθηκε το 2020 σε 15.981 ευρώ ή 1.331,83 ευρώ τον μήνα, ενώ η μέση ετήσια δαπάνη των ατόμων διαμορφώθηκε σε 6.255,60 ευρώ.

Το 2020 τα νοικοκυριά δαπάνησαν κατά μέσον όρο το 23,1% του προϋπολογισμού τους για την αγορά ειδών τροφίμων και μη οινοπνευματωδών ποτών, ποσοστό αυξημένο σε σύγκριση με την προ πανδημίας εποχή (το 2019 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 20%). Το 23,1%, εξάλλου, είναι το υψηλότερο ποσοστό που καταγράφεται όλη την περίοδο από το 2008 έως το 2020, ενώ το επόμενο υψηλότερο (20,7%) είχε καταγραφεί το 2015, τη χρονιά δηλαδή της επιβολής των capital controls.

Αξίζει, άλλωστε, να σημειωθεί ότι σε καμία κατηγορία βασικών ειδών διατροφής δεν καταγράφηκε μείωση των δαπανών το 2020 σε σύγκριση με το 2019. Μάλιστα, όσον αφορά τις επιμέρους κατηγορίες προϊόντων και υπηρεσιών, αυξήθηκαν κατά 4,2% οι δαπάνες αποκλειστικά για τρόφιμα, κατά 3,9% οι δαπάνες για αγορά οινοπνευματωδών ποτών και καπνού, κατά 2,6% οι δαπάνες για εκπαίδευση, κατά 1,3% οι δαπάνες για υγεία και κατά 0,8% οι δαπάνες για επικοινωνίες.

Το 15,3% των δαπανών αφορούσε τη στέγαση (έναντι 14% το 2019) και το 12,3% τις μεταφορές (μερίδιο μειωμένο σε σχέση με το 2019, όταν ήταν 13,4%).

Για την αγορά ειδών ένδυσης και υπόδησης δαπανήσαμε πέρυσι μόνο το 4,7% του μηνιαίου προϋπολογισμού μας (έναντι 5,8% το 2019) και για εστιατόρια και ξενοδοχεία το 8% (έναντι 11,1% το 2019). Ουσιαστικά οι δαπάνες για αγορά ειδών ένδυσης – υπόδησης μειώθηκαν το 2020 κατά 27,4%, για εστιατόρια – ξενοδοχεία κατά 35,4%, ενώ η μεγαλύτερη μείωση δαπανών (36,4%) ήταν αυτή που αφορούσε την αναψυχή και τον πολιτισμό.