ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ενεργειακή κρίση και πληθωρισμός φρενάρουν την ανάκαμψη

Στα υψηλότερα επίπεδα της τελευταίας δεκαετίας ο δείκτης τιμών εμπορευμάτων

Ενεργειακή κρίση και πληθωρισμός φρενάρουν την ανάκαμψη

Στασιμοπληθωρισμό φέρνει στην παγκόσμια οικονομία η εκτίναξη των τιμών της ενέργειας, καθώς αυξάνει τις πληθωριστικές πιέσεις ενώ παράλληλα επιβραδύνει την ανάκαμψη από την ύφεση της πανδημίας.

Η τιμή του πετρελαίου Brent υπερέβη τα 80 δολάρια το βαρέλι, τα προθεσμιακά συμβόλαια φυσικού αερίου για παράδοση Οκτωβρίου έφτασαν στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων επτά ετών και ο δείκτης τιμών εμπορευμάτων του Bloomberg έχει εκτοξευθεί στα υψηλότερα επίπεδα της τελευταίας δεκαετίας. Την ανιούσα έχουν πάρει και οι τιμές των τροφίμων εν μέρει εξαιτίας της ακραίας ξηρασίας και του παγετού που έπληξε τη συγκομιδή στη Βραζιλία και ο σχετικός δείκτης των Ηνωμένων Εθνών σημείωσε άνοδο 33% μέσα στους τελευταίους 12 μήνες. Οι ευρωπαϊκές οικονομίες αντιμετωπίζουν ήδη ισχυρότατες πληθωριστικές πιέσεις που πλήττουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Στην Ισπανία ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε τον Σεπτέμβριο στο 4% καταγράφοντας το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 13 ετών, από τον Σεπτέμβριο του 2008 όταν είχε φτάσει στο 4,5%. Την ίδια στιγμή, οι τιμές των εισαγωγών στη Γερμανία σημείωσαν πραγματικό άλμα 16,5% τον Αύγουστο σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του περασμένου έτους. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη άνοδο που έχουν σημειώσει από το 1981, οπότε είχαν εκτοξευθεί κατά 17,4%.

Ο συνδυασμός των εντεινόμενων πληθωριστικών πιέσεων και της επιβράδυνσης της ανάκαμψης θέτει τις κεντρικές τράπεζες και τις πολιτικές ηγεσίες έναντι του διλήμματος να διαλέξουν να ανεχθούν είτε υψηλότερο πληθωρισμό είτε χαμηλότερη ανάπτυξη. Οπως επισημαίνει το Bloomberg, οικονομολόγοι και αναλυτές βλέπουν ήδη αναλογίες με το μείγμα στασιμότητας και πληθωρισμού που χαρακτήρισε τη δεκαετία του 1970 εξαιτίας της πετρελαϊκής κρίσης. Και ενώ πολλά στελέχη κεντρικών τραπεζών θεωρούν υπερβολική οποιαδήποτε αναλογία με εκείνη την εποχή, στους κύκλους τους επικρατεί ανησυχία πως οι διαρκώς αυξανόμενες τιμές θα μεταφραστούν σύντομα σε αιτήματα για αυξήσεις μισθών, που με τη σειρά τους θα εξωθήσουν την οικονομία σε έναν φαύλο κύκλο. Μιλώντας στην τηλεόραση του Bloomberg, η Σούπριγια Μένον, στέλεχος της Pictet & Cie, τόνισε πως ο πληθωρισμός που βλέπουμε παντού, εν μέρει μπορεί να αντιμετωπισθεί «χτυπώντας τη ζήτηση». Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Bloomberg Economics, μια αύξηση 20% στις τιμές των εμπορευμάτων συνεπάγεται μεταφορά τουλάχιστον 550 δισ. δολαρίων, περίπου όσο το ετήσιο ΑΕΠ του Βελγίου, από όσες χώρες εισάγουν εμπορεύματα προς τις χώρες που τα παράγουν. Εν ολίγοις οι χαμένες θα είναι η Κίνα, η Ινδία και οι χώρες της Ευρώπης και κερδισμένες η Ρωσία, η Σαουδική Αραβία και η Αυστραλία.

Σε ό,τι αφορά ειδικότερα την Κίνα, η εκτίναξη των τιμών της ενέργειας έχει αναγκάσει μεγάλο αριθμό βιομηχανιών να περιορίσουν δραματικά ή και να διακόψουν την παραγωγή τους. Ανάμεσά τους συγκαταλέγονται και βιομηχανίες που προμηθεύουν την Apple και την Tesla. Η ASE Technology Holding Co. που προμηθεύει την Apple έχει διακόψει την παραγωγή της για τέσσερις ημέρες από τις 27 μέχρι και σήμερα 30 Σεπτεμβρίου. Σύμφωνα, άλλωστε, με την Unimicron Technology, επίσης προμηθεύτρια της Apple, σε δύο περιφέρειες της Κίνας οι Αρχές έδωσαν εντολή στις βιομηχανίες να διακόψουν την παραγωγή τους από την Κυριακή μέχρι και σήμερα. Δεκάδες άλλες, στις οποίες συγκαταλέγεται και μία που προμηθεύει την Tesla, έλαβαν εντολές να διακόψουν την παραγωγή τους όλη αυτή την εβδομάδα. Οι αλλεπάλληλες διακοπές στην ηλεκτροδότηση και στην παραγωγή έχουν ήδη οδηγήσει την Goldman Sachs σε προς τα κάτω αναθεώρηση της πρόβλεψής της για την ανάπτυξη στην Κίνα. Αλλά η επιβράδυνση της Κίνας έχει άμεσο αντίκτυπο στην παγκόσμια οικονομία.

Την ίδια στιγμή, υπολογίζεται ότι μια αύξηση των τιμών του πετρελαίου κατά 10 δολάρια προσθέτει περίπου 0,2 εκατοστιαίες μονάδες στον ετήσιο πληθωρισμό στις χώρες της Ευρωζώνης, στη Βρετανία και στις ΗΠΑ. Και όσο μεγαλύτερη είναι η εξάρτηση των οικονομιών αυτών από το πετρέλαιο, τόσο μεγαλύτερος και ο αντίκτυπος στους ρυθμούς ανάπτυξης στη Βρετανία και στην Ευρωζώνη, καθώς η ακρίβεια συμπιέζει τα πραγματικά εισοδήματα των νοικοκυριών. 

Στη Βρετανία, τον Σεπτέμβριο η καταναλωτική εμπιστοσύνη σημείωσε την πλέον απότομη πτώση της από πέρυσι περίπου τέτοια εποχή, οπότε επιβλήθηκε αυστηρότερο lockdown. Αιτία βέβαια η συρρίκνωση των εισοδημάτων των Βρετανών. Και στο μεταξύ, παραμένουν οι «ουρές» στα πρατήρια βενζίνης της Βρετανίας που πλήττεται από την έλλειψη οδηγών φορτηγών για τη μεταφορά βενζίνης. Γενικότερα, η χώρα μαζί με μεγάλο μέρος της Ευρώπης υποφέρει από την εκτίναξη των τιμών της ηλεκτρικής ενέργειας και του φυσικού αερίου. 

Σχολιάζοντας σχετικά ο Τζορτζ Μπάκλεϊ, στέλεχος της Nomura, επισήμανε ότι «όταν αυξάνονται οι τιμές της ενέργειας συνήθως πλήττεται η εμπιστοσύνη και ειδικότερα τώρα που αυξάνεται ο αριθμός των κρουσμάτων του κορωνοϊού και μπορεί να υπονομεύσει την ανάκαμψη στη γέννησή της». Η πτώση της εμπιστοσύνης στις ΗΠΑ αντανακλάται στις πωλήσεις των λεγόμενων διαρκών αγαθών και ειδικότερα των μεγάλων οικιακών συσκευών που έχουν επιστρέψει στα επίπεδα της δεκαετίας του 1980.