ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Επενδύσεις σε ακριβά κρασιά και τυριά για μεγαλύτερες αποδόσεις

Στροφή από εταιρείες διαχείρισης κεφαλαίων σε ασυνήθιστες επιλογές

ependyseis-se-akriva-krasia-kai-tyria-gia-megalyteres-apodoseis-561536944

Με τα επιτόκια και τις αποδόσεις των ομολόγων να παραμένουν επί χρόνια σε ιστορικά χαμηλά ή και αρνητικά επίπεδα, ορισμένες εταιρείες διαχείρισης κεφαλαίων δοκιμάζουν αντισυμβατικές και ασυνήθιστες επιλογές για να διασφαλίσουν κέρδη στους επενδυτές. Τελευταίο παράδειγμα είναι αυτό της Amundi, της μεγαλύτερης ευρωπαϊκής εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων. Η εν λόγω επενδυτική σκοπεύει να αντλήσει 200 εκατ. ευρώ για λογαριασμό ενός ταμείου που επενδύει σε παραγωγούς κρασιών, τυριών και μπέικον, και γενικώς σε μικρές βιομηχανίες γαστρονομίας.

Το ταμείο αυτό αποτελεί τη μετεξέλιξη και μεγέθυνση παλαιότερου και μικρότερου επενδυτικού ταμείου που χρηματοδοτούσε μικρούς παραγωγούς τροφίμων στην Ιταλία όταν αυτοί δεν θεωρούνταν επαρκώς φερέγγυοι από τις ιταλικές τράπεζες και αποκλείονταν από τις τραπεζικές πιστώσεις. Στην αναζήτηση υψηλότερων αποδόσεων, έτσι, το εν λόγω fund στρέφεται σε κάθε είδους εναλλακτική, ανάμεσα στις οποίες η χρηματοδότηση υποδομών για το φημισμένο ιταλικό τυρί Parmigiano Reggiano και το προσούτο Parma. Πρόκειται μεν να τοποθετήσει το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων του σε παραγωγούς της Ιταλίας, αλλά σχεδιάζει να στηρίξει οικονομικά παραγωγούς τροφίμων και ποτών και σε άλλες χώρες που φημίζονται για την παράδοσή τους στα κρασιά όπως, για παράδειγμα, η Γαλλία και η Ισπανία. Στόχος του, να αντλήσει αποδόσεις που θα κυμαίνονται από 5% έως 5,5%.

Η Amundi σκοπεύει να αντλήσει 200 εκατ. ευρώ για λογαριασμό ενός ταμείου που επενδύει σε μικρές βιομηχανίες γαστρονομίας, κυρίως στην Ιταλία.

Από την πλευρά της, η Amundi στοιχηματίζει στην επιτυχία των ιταλικών τροφίμων, τυριών και κρασιών, και στη συνεχή ανάπτυξη αυτής της ευρωπαϊκής αγοράς, της οποίας η αξία ανέρχεται προς το παρόν σε 6,4 δισ. ευρώ. Πρόκειται βέβαια για μια βιομηχανία που αντιμετώπισε μεγάλες δυσκολίες τα τελευταία χρόνια και ειδικότερα εν τω μέσω της πανδημίας, καθώς η ανάσχεση του κορωνοϊού υπαγόρευσε τη διακοπή της λειτουργίας των ρεστοράν και των ξενοδοχείων. Παράλληλα, η απόσχιση της Βρετανίας από την Ε.Ε. περιέπλεξε χειρότερα τα πράγματα, δυσχεραίνοντας τις προσπάθειες των Ιταλών και γενικότερα των Ευρωπαίων παραγωγών όταν αυτοί ενδιαφέρονται να εξαγάγουν τα προϊόντα τους στη Βρετανία.

Η περίπτωση της Amundi κάθε άλλο παρά μοναδική είναι. Την τελευταία δεκαετία, οι εταιρείες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων επιλέγουν όλο και συχνότερα πιο ριψοκίνδυνες επιλογές και χρηματοδοτούν μικρές επιχειρήσεις με λιγότερες εγγυήσεις. Οι τράπεζες έχουν αποφύγει να εμπλακούν σε τέτοιου είδους συμφωνίες ενόψει του αυστηρότερου ρυθμιστικού πλαισίου, που τους επιβάλλει σαφώς περισσότερες ασφαλιστικές δικλίδες μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. Το αποτέλεσμα είναι, φυσικά, να γνωρίσει μεγάλη ανάπτυξη ο κλάδος της ιδιωτικής χρηματοδότησης και των αγορών χρέους τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αμερική. Σύμφωνα με στοιχεία που έχει αναρτήσει στην ιστοσελίδα της, η Amundi έχει αντλήσει σχεδόν 8 δισ. ευρώ από funds από το 2012, οπότε εγκαινίασε τη συγκεκριμένη επενδυτική στρατηγική.

Και βέβαια οι χρηματοδότες του νέου αυτού fund, Amundi, αποτελούν ένα είδος ασφαλιστικής δικλίδας που θα σπεύσουν να καλύψουν τη ζημία εάν δεν αποπληρώνεται κάποιο από τα δάνεια. Ρόλο ενέχυρου για την περίπτωση αυτή θα αποτελούν τα ακριβά τυριά, το καλό μπέικον και τα κρασιά πολυτελείας των μικρών παραγωγών, αφού είναι προϊόντα που αποκτούν μεγαλύτερη αξία με την πάροδο του χρόνου. Οπως, άλλωστε, αναφέρει σχετικό έγγραφο της Amundi που περιήλθε στον έλεγχο του Bloomberg, «θα υπάρχουν αποθέματα από τα εμβληματικά προϊόντα της ιταλικής βιομηχανίας γαστρονομίας, τα οποία και θα είναι εύκολο να πουληθούν στην ανοικτή αγορά εάν κάτι δεν πάει καλά».