ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Υπό προϋποθέσεις η παραμονή της Ελλάδας στο QE της ΕΚΤ

ypo-proypotheseis-i-paramoni-tis-elladas-sto-qe-tis-ekt-561543748

Tις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα μπορέσει η Ελλάδα να ενταχθεί στο κανονικό πρόγραμμα παροχής ρευστότητας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΑΡΡ), αφού λήξει το ειδικό πρόγραμμα της πανδημίας (ΡΕΡΡ), εξετάζουν τώρα στην Αθήνα, στις Βρυξέλλες και στη Φρανκφούρτη, καθώς επίκειται η σχετική απόφαση στη συνεδρίαση των κεντρικών τραπεζιτών στις 16 Δεκεμβρίου.

Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι το κλίμα ευνοεί μια θετική απόφαση, ενώ και ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας έχει κατ’ επανάληψιν εκφράσει την πεποίθησή του πως η ΕΚΤ θα συνεχίσει να αγοράζει ελληνικά ομόλογα μετά το τέλος του προγράμματος PEPP και «θα εξασφαλίσει ότι δεν θα υπάρξει κατακερματισμός». Αναζητείται, όμως, ο μηχανισμός που θα επιτρέψει στην ΕΚΤ να παρέχει φθηνή ρευστότητα στην Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι δεν έχει επενδυτική βαθμίδα, όπως επιβάλλουν οι κανονισμοί της.

Σύμφωνα με πληροφορίες, στο πλαίσιο αυτό εξετάζεται να χρησιμοποιηθούν ακόμη και τα «ορόσημα» του Ταμείου Ανάκαμψης, μια σειρά από μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις, από τη νομοθεσία για τη διαχείριση των αποβλήτων έως την ηλεκτρονική διασύνδεση ταμειακών μηχανών και POS και την ανάθεση των συμβάσεων για την κατάρτιση των πολεοδομικών σχεδίων. Η τήρηση των «οροσήμων» ελέγχεται από την Κομισιόν δύο φορές τον χρόνο και από αυτήν εξαρτώνται οι εκταμιεύσεις των δόσεων του Ταμείου. Αν τελικώς χρησιμοποιηθούν από την ΕΚΤ, τα «ορόσημα» θα καθορίζουν και την παροχή ρευστότητας στην οικονομία, έως ότου αποκτήσει επενδυτική βαθμίδα.

Το καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, στο οποίο βρίσκεται η χώρα, είναι επίσης μια δικλίδα ασφαλείας για την ΕΚΤ, την οποία επικαλέστηκε άλλωστε για να την εντάξει κατ’ εξαίρεσιν στο ΡΕΡΡ. Ωστόσο, το καθεστώς αυτό λήγει το 2022, ενώ η ένταξη στην επενδυτική βαθμίδα μπορεί να καθυστερήσει έως τις αρχές του 2023. Μια παράταση της ενισχυμένης εποπτείας πέραν του 2022 δεν είναι επιθυμητή, κατά τις πληροφορίες, από καμία πλευρά αυτήν τη στιγμή. Πάντως, η ελληνική πλευρά φέρεται να υποστηρίζει ότι ακόμη και η απλή μεταπρογραμματική εποπτεία, στην οποία θα συνεχίσει να υπάγεται, όπως και όλες οι πρώην μνημονιακές χώρες, θα μπορούσε να  καλύψει την ΕΚΤ, σε συνδυασμό με τα «ορόσημα» του Ταμείου Ανάκαμψης.

Το σίγουρο είναι ότι η κυβέρνηση καλείται να επιδείξει υποδειγματική συμπεριφορά το επόμενο διάστημα στην τήρηση των δεσμεύσεών της για να μη ρισκάρει αρνητικές εκθέσεις που θα υπονόμευαν μια θετική απόφαση της ΕΚΤ και την υλοποίησή της στη συνέχεια.

Στο πλαίσιο αυτό, δείγματα γραφής θα δώσει με τον προϋπολογισμό του 2022, που θα κατατεθεί στις 20 Νοεμβρίου, καθώς και στο πλαίσιο της 12ης μεταμνημονιακής αξιολόγησης, που θα διεξαχθεί, σε επίπεδο επικεφαλής των θεσμών την προσεχή Τρίτη και Τετάρτη.

Στο οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης «τρέχουν» για να κλείσουν εκκρεμότητες, αν και ανοιχτά παραμένουν τα δύο μεγάλα «αγκάθια» των τελευταίων ετών: οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου, που στερούν ρευστότητα από την οικονομία, καθώς παραβιάζονται τα συμφωνημένα χρονοδιαγράμματα, καθώς και η εξόφληση από το Δημόσιο των δανείων με εγγύησή του προς τις τράπεζες. Στο υπουργείο Οικονομικών υπολογίζουν ότι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές που μπορούν να πληρωθούν (δεν εκκρεμούν σε δικαστήρια) είναι 960 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων η πλειοψηφία αφορά συντάξεις (370 εκατ. ευρώ) και νοσοκομεία (190 εκατ. ευρώ). Στον αντίποδα, πρόοδος έχει σημειωθεί στη μείωση των εκκρεμών υποθέσεων του νόμου Κατσέλη.