ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Έως 90 εκατ. ο τζίρος των «πειραγμένων» αντλιών

Στα 50-90 εκατ. ευρώ ετησίως φτάνει ο… τζίρος  της μπίζνας «πειραγμένες αντλίες», με θύματα τους ανυποψίαστους καταναλωτές, που το καύσιμο που πληρώνουν δεν φτάνει ποτέ στο σύνολό του στο ρεζερβουάρ του αυτοκινήτου.

eos-90-ekat-o-tziros-ton-peiragmenon-antlion-561550132

Τα έσοδα των επιτηδείων από τη νοθεία και το λαθρεμπόριο φτάνουν στα 100-150 εκατ. ευρώ ετησίως.

Στα 50-90 εκατ. ευρώ ετησίως φτάνει ο… τζίρος  της μπίζνας «πειραγμένες αντλίες», με θύματα τους ανυποψίαστους καταναλωτές, που το καύσιμο που πληρώνουν δεν φτάνει ποτέ στο σύνολό του στο ρεζερβουάρ του αυτοκινήτου. Τα στοιχεία για τη ζημία των καταναλωτών από τις ελλειμματικές παραδόσεις καυσίμων ανακοίνωσε χθες ο Σύνδεσμος Εταιρειών Εμπορίας Πετρελαιοειδών Ελλάδας (ΣΕΕΠΕ) σε διαδικτυακή συνέντευξη, κάνοντας λόγο για «ανησυχητική αύξηση των φαινομένων παραβατικότητας στα καύσιμα». Κάτι που, όπως τονίστηκε, επιβεβαιώνεται και από τις ανακοινώσεις της ΑΑΔΕ για την ύπαρξη κυκλωμάτων που διακινούν παράνομες ουσίες για τη νόθευση των καυσίμων, εισαγόμενες από γειτονικές χώρες, παράνομες δεξαμενές, κ.λπ.

Ο τζίρος της νοθείας και του λαθρεμπορίου αντίστοιχα υπολογίζεται από το ΣΕΕΠΕ στα 100-150 εκατ. ευρώ ετησίως, φαινόμενα που δεν έχουν ανακοπεί, αφού το βασικό εργαλείο του συστήματος εισροών-εκροών από το 2010 που εγκαταστάθηκε στα πρατήρια και τις φορολογικές αποθήκες δεν έχει καταφέρει να λειτουργήσει μέχρι σήμερα αποτελεσματικά. Το 2018 μετατέθηκε ο στόχος για την πλήρη λειτουργία για το τέλος του 2021. Ωστόσο, ακόμη το σύστημα δεν λειτουργεί. Ο ΣΕΕΠΕ εισηγήθηκε τη συνεργασία με την πολιτεία, ώστε με την τεχνική υποστήριξη και τεχνολογική συνδρομή του να ξεπεραστούν τα προβλήματα που υπάρχουν  από τα μη πιστοποιημένα λογισμικά των συστημάτων εισροών-εκροών που έχουν εγκατασταθεί στα πρατήρια, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται «κενά ασφαλείας» και να μη διασφαλίζεται η ορθή αποστολή των ψηφιακών δεδομένων για να  αξιοποιηθεί η νέα πλατφόρμα της ΑΑΔΕ MyData. Στο πλαίσιο αυτό ο ΣΕΕΠΕ υπέγραψε πρόσφατα μνημόνιο συνεργασίας με την ΑΑΔΕ, αναλαμβάνοντας συνολικά το κόστος υλοποίησης του συστήματος εισροών-εκροών, το οποίο σύμφωνα με τον σύνδεσμο, αποτελεί «ορόσημο στη μάχη κατά της παραβατικότητας, ωστόσο από μόνο του  δεν είναι αρκετό. Απαιτείται η πιστή εφαρμογή ενός ενιαίου σχεδίου, καθώς και η τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων από όλα τα εμπλεκόμενα μέρη».

Ο ΣΕΕΠΕ χτύπησε «καμπανάκι» για τη διόγκωση της παραβατικότητας λόγω της αύξησης των τιμών των καυσίμων, επισημαίνοντας τις επιπτώσεις στον υγιή ανταγωνισμό, τη στιγμή που η εσωτερική αγορά καυσίμων κινείται πτωτικά (-7%) για δεύτερη συνεχή χρονιά (8μηνο του 2021). Η πτώση οφείλεται κατά βάση στη μείωση κατά 41% της κατανάλωσης πετρελαίου θέρμανσης τους πρώτους μήνες του έτους λόγω υψηλής τιμής και μεγάλης αποθεματοποίησης. Το πετρέλαιο θέρμανσης, σύμφωνα με το ΣΕΕΠΕ πωλείται φέτος σε τιμές κατά 45% υψηλότερες από πέρυσι, είναι ωστόσο για πρώτη φορά ελαφρώς φθηνότερο από το φυσικό αέριο. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΣΕΕΠΕ η τιμή του φυσικού αερίου είναι 0,974 ευρώ ανά κιλοβατώρα, έναντι 0,955 για το πετρέλαιο θέρμανσης. Ο ΣΕΕΠΕ ζητάει επέκταση του επιδόματος θέρμανσης στη συντριπτική πλειονότητα των νοικοκυριών, δηλαδή να καταργηθούν τα εισοδηματικά κριτήρια ή να εξαιρεθεί το 5%-10% των υψηλότερων εισοδημάτων, καθώς επικρατεί ανησυχία για τις επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης και της αύξησης των τιμών στην καταναλωτική συμπεριφορά.

Σχολιάζοντας την ενεργειακή μετάβαση, στελέχη του ΣΕΕΠΕ τόνισαν ότι «η μετάβαση έρχεται με ένα υψηλό κόστος για την ευρωπαϊκή αγορά, αλλά και με κινδύνους στρεβλώσεων οι οποίες πρέπει να ελεγχθούν». Σχετικά με το σύστημα εμπορίας ρύπων για τις μεταφορές, σημείωσαν ότι καμία μεμονωμένη πολιτική δεν θα είναι επαρκής για μια δυναμική αλλαγή στον τομέα των καυσίμων. Απαιτείται, τόνισαν, «στενός συντονισμός ακόμα και σε παγκόσμιο επίπεδο, δεδομένου ότι η κλιματική αλλαγή είναι παγκόσμιο πρόβλημα. Είναι λάθος η αντίληψη ότι η ευρωπαϊκή αγορά μπορεί να επωμιστεί το κόστος της πράσινης μετάβασης, χωρίς σημαντική υποστήριξη σε ένα παγκοσμίως ανταγωνιστικό περιβάλλον».