ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Πρόταση του ESM για αύξηση του ορίου χρέους στο 100% του ΑΕΠ

protasi-toy-esm-gia-ayxisi-toy-orioy-chreoys-sto-100-toy-aep-561557314

ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ – ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. Τιμή αναφοράς για το δημόσιο χρέος στο 100% του ΑΕΠ, έναντι του 60% του ΑΕΠ που προβλέπεται από το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης στην παρούσα μορφή του, προτείνεται σε discussion paper που δημοσιεύθηκε χθες από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM). Η πρόταση, που όσον αφορά τα δημοσιονομικά ελλείμματα προτείνει να παραμείνουν στο 3% του ΑΕΠ, δεν αποτελεί την επίσημη θέση του ESM. Κατατέθηκε, ωστόσο, στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης για τη μεταρρύθμιση της δημοσιονομικής διακυβέρνησης της Ε.Ε., έναυσμα για την επανέναρξη της οποίας έδωσε στις 19 Οκτωβρίου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Διατηρείται το όριο του δημοσιονομικού ελλείμματος στο 3%.

Οπως αναφέρουν οι συντάκτες της επιστημονικής εργασίας –τέσσερις οικονομολόγοι του ESM, ένα στέλεχος του ΔΝΤ και ο Γιώργος Παλαιοδήμος της Τραπέζης της Ελλάδος–, στον απόηχο της πανδημίας «η οικονομική πραγματικότητα καθιστά αναγκαία μια φρέσκια ματιά στους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες». Το παλαιό καθεστώς του ΣΣΑ, σημειώνουν (η εφαρμογή του οποίου έχει ανασταλεί έως το τέλος του 2022 με την ενεργοποίηση της γενικής ρήτρας διαφυγής), συνέβαλε στη δημοσιονομική πειθαρχία, αλλά είχε γίνει ιδιαίτερα πολύπλοκο, «υπονομεύοντας τη συμμόρφωση και την αξιοπιστία του».

Η πρότασή τους είναι ένα απλοποιημένο πλαίσιο, με στόχους πρωτογενών πλεονασμάτων και κανόνες για τις δαπάνες που θα καθορίζουν τον ρυθμό μείωσης του χρέους προς ΑΕΠ για χώρες που βρίσκονται πάνω από το όριο του 100%. Η μείωση, σύμφωνα με την πρόταση, θα πρέπει να φτάνει τουλάχιστον 1/20 ετησίως, «εκτός εάν σοβαρές οικονομικές συνθήκες ή ένα επενδυτικό χάσμα δικαιολογούν αποκλίσεις». Η παραβίαση του ορίου του 3% του ΑΕΠ για το έλλειμμα ή των στόχων για πρωτογενή πλεονάσματα θα πυροδοτεί διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος.

Ειδική σημασία έχει η εξής αναφορά: «Στη μεταπανδημική εποχή, η νέα οικονομική πραγματικότητα θα αποτελέσει πρόκληση για κράτη-μέλη που θα αγωνίζονται να συρρικνώσουν το χρέος τους μέσω παρατεταμένων περιόδων υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων σε ευθυγράμμιση με το υφιστάμενο όριο χρέους και ρυθμό μείωσης». Οι συντάκτες κάνουν αναφορά σε χώρες (όπως η Ελλάδα) που έχουν πετύχει πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ, σημειώνοντας ότι «τα μεταπανδημικά επίπεδα χρέους είναι υψηλότερα, διευρύνοντας την απόσταση από την τιμή αναφοράς του 60%» και άρα, ελλείψει αναμόρφωσης του ΣΣΑ, καταδικάζοντας τις χώρες αυτές σε υπερβολικά μεγάλες περιόδους με υψηλά πλεονάσματα. Επιπλέον, όπως αναφέρουν, τα υψηλά πλεονάσματα του παρελθόντος συνδέονταν με υψηλότερους δείκτες μεγέθυνσης από αυτούς που προβλέπονται μακροπρόθεσμα (άρα η επίτευξή τους στο μέλλον θα είναι ακόμη δυσκολότερη). Τέλος, όπως υπογραμμίζεται, η επιδίωξή τους δεν είναι συμβατή με τις μεγάλης κλίμακας επενδύσεις που είναι αναγκαίες για τον εκσυγχρονισμό των ευρωπαϊκών οικονομιών και την πράσινη μετάβαση.