ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αρχή του τέλους για το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων από τη Fed

Ανακοίνωσε ότι προχωράει σε σταδιακή ανάκλησή του από τα μέσα του μηνός

Αρχή του τέλους για το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων από τη Fed

Η μεγαλύτερη και ισχυρότερη κεντρική τράπεζα στον κόσμο, η αμερικανική Federal Reserve, ανακοίνωσε χθες ότι προχωράει σε σταδιακή ανάκληση του προγράμματος μηνιαίων αγορών ομολόγων, καθώς η αμερικανική οικονομία ανακάμπτει δυναμικά από την ύφεση της πανδημίας, ενώ απειλείται από τον πληθωρισμό. Αρχής γενομένης από τα μέσα του μήνα, θα μειώσει κατά 15 δισ. δολάρια τις μηνιαίες αγορές ομολόγων, αξίας 120 δισ. δολαρίων, που επιστράτευσε το 2020 όταν η αμερικανική οικονομία βυθιζόταν στο πρώτο κύμα της πανδημίας. Διατηρεί, ωστόσο, αμετάβλητα τα επιτόκια του δολαρίου στο σχεδόν μηδενικό επίπεδο του 0,25% και όπως ανέφερε στη σχετική ανακοίνωσή της, θα χρησιμοποιήσει το χαμηλό κόστος του δανεισμού για να διευκολύνει την πλήρη ανάκαμψη της αγοράς εργασίας.

Στην περίπτωση, πάντως, που επιταχύνεται περαιτέρω η αύξηση των τιμών, ενδέχεται να εγκαταλείψει την άκρως αναπτυξιακή νομισματική πολιτική και να προχωρήσει σε αύξηση επιτοκίων. Την πρόθεσή της να προχωρήσει σε αυξήσεις επιτοκίων εάν διαπιστώσει ότι παραμένει σε υψηλά επίπεδα ο πληθωρισμός, έχει εκφράσει διά στόματος του προέδρου της, Τζερόμ Πάουελ. Οπως, άλλωστε, έχουν επισημάνει οικονομικοί αναλυτές, πολλά στελέχη της Fed δεν θα ήθελαν να προχωρήσουν σε αυξήσεις επιτοκίων όσο η ομοσπονδιακή τράπεζα των ΗΠΑ συνεχίζει τις αγορές ομολόγων. Επομένως ο τερματισμός του προγράμματος αγορών ομολόγων θα λύσει τα χέρια των  στελεχών της τράπεζας, που θα μπορούν να προχωρήσουν σε αύξηση του κόστους δανεισμού αν το κρίνουν αναγκαίο. Εκτιμάται πως πιθανότερος χρόνος για την πρώτη στροφή σε περιοριστική νομισματική πολιτική είναι το δεύτερο εξάμηνο του επόμενου έτους. Σύμφωνα με πηγές του Bloomberg, εννέα από τα 18 στελέχη της τράπεζας προβλέπουν πως η κίνηση θα γίνει τον επόμενο Σεπτέμβριο.

Η μείωση των επιτοκίων είναι το μέτωπο στο οποίο θα είναι στραμμένο εφεξής το ενδιαφέρον των αγορών.

Οι προθέσεις της Fed σε ό,τι αφορά τη μείωση των επιτοκίων είναι το μέτωπο στο οποίο θα είναι στραμμένο εφεξής το ενδιαφέρον των αγορών, καθώς εθεωρείτο ήδη δεδομένη η μείωση του προγράμματος ομολόγων. Οι αυξήσεις των τιμών είναι ήδη ανησυχητικές στις ΗΠΑ, με τα τελευταία στοιχεία από τον Σεπτέμβριο να φέρουν τον πληθωρισμό στο 4,4%. Πρόκειται για τον ταχύτερο ρυθμό αύξησης των τιμών που έχει σημειωθεί στην υπερδύναμη τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, ενώ είναι υπερτριπλάσιος του επίσημου στόχου της ομοσπονδιακής τράπεζας. Οπως τονίζει στη σχετική ανακοίνωσή της η Fed, «ο πληθωρισμός βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα κυρίως ως αποτέλεσμα παραγόντων που εκτιμούμε πως θα είναι παροδικοί». Υπογραμμίζει ειδικότερα πως «έχουν μεσολαβήσει ανισορροπίες στη σχέση προσφοράς και ζήτησης, που απορρέουν από την πανδημία και την επανεκκίνηση των οικονομιών», και οι ανισορροπίες αυτές έχουν συνεισφέρει καθοριστικά στην εκτόξευση των τιμών σε ορισμένους τομείς.

Εχει προηγηθεί συνεχής επιτάχυνση των τιμών τους τελευταίους μήνες και εκτιμάται πως ο πληθωρισμός μπορεί να παραμείνει σε ιδιαιτέρως υψηλά επίπεδα, όπως προκύπτει από τις συνεχιζόμενες αυξήσεις των ενοικίων, την εκτόξευση του κόστους της εργασίας και προπαντός τα προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα. Σημειωτέον ότι η αγορά είχε προεξοφλήσει την απόφαση της Fed όπως προδίδουν οι αποδόσεις των ομολόγων του αμερικανικού δημοσίου. Τις τελευταίες εβδομάδες υποχωρούσαν οι αποδόσεις των δεκαετών ομολόγων σε αντίθεση με εκείνες του βραχυπρόθεσμου χρέους, και συγκεκριμένα των διετών εντόκων γραμματίων που αντανακλούν τις προσδοκίες της αγοράς. Εν προκειμένω η άνοδος των αποδόσεων των βραχυπρόθεσμων εντόκων γραμματίων αντανακλούσε την προσδοκία των αγορών για μια πιο επιθετική κίνηση της Fed με στόχο την ανάσχεση του πληθωρισμού. Οι κεντρικές τράπεζες ανά τον κόσμο είτε προχωρούν άμεσα είτε εξετάζουν την προοπτική στροφής τους σε πιο περιοριστική πολιτική, καθώς ο πληθωρισμός σημειώνει θεαματική άνοδο ανά τον κόσμο. Σημειωτέον ότι σε ομιλία της στη Λισσαβώνα η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, επανέλαβε χθες ότι στην Ευρωζώνη είναι ακόμη πολύ μακριά μια αύξηση των επιτοκίων.