ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ενέργεια: Οι πάροχοι διαφωνούν με τις προτάσεις της ΡΑΕ για τα τιμολόγια

Τοίχο ορθώνουν οι προμηθευτές στην πρωτοβουλία της ΡΑΕ για την κατηγοριοποίηση των τιμολογίων με βάση τον βαθμό κινδύνου για τους καταναλωτές και τις προτάσεις για την προσυμβατική ενημέρωση, όπως προκύπτει από τα αποτελέσματα της διαβούλευσης που ολοκληρώθηκε χθες.

Ενέργεια: Οι πάροχοι διαφωνούν με τις προτάσεις της ΡΑΕ για τα τιμολόγια

Τοίχο ορθώνουν οι προμηθευτές στην πρωτοβουλία της ΡΑΕ για την κατηγοριοποίηση των τιμολογίων με βάση τον βαθμό κινδύνου για τους καταναλωτές και τις προτάσεις για την προσυμβατική ενημέρωση, όπως προκύπτει από τα αποτελέσματα της διαβούλευσης που ολοκληρώθηκε χθες.

Ενδιαφέρον, πέραν της γενικής κατά βάσιν διαφωνίας, παρουσιάζουν οι θέσεις της Mytilineos περί του ελλείμματος ανταγωνισμού στη λιανική αγορά, την οποία αποδίδει στη δεσπόζουσα θέση της ΔΕΗ, η οποία εκπροσωπεί το 77,8% του συνολικού αριθμού παροχών σε χαμηλή και μέση τάση στο διασυνδεδεμένο σύστημα και άνω του 63% της συνολικής κατανάλωσης. Παροτρύνει μάλιστα τη ΡΑΕ και τους διαχειριστές πριν προχωρήσουν σε παρεμβατικά μέτρα να θέσουν ως προτεραιότητα την «εφαρμογή των αρχών του υγιούς ανταγωνισμού, εξαλείφοντας άμεσα και με απόλυτο τρόπο πρακτικές που ασφαλώς προηγούνται και ευθύνονται στην ουσία για τα όσα τελικά αναγράφονται σε ένα τιμολόγιο ή μια προτεινόμενη σύμβαση εκπροσώπησης», επισημαίνοντάς το ως «επιτακτική ανάγκη». Στην παρούσα φάση ανάπτυξης ανταγωνισμού στην εγχώρια αγορά ηλεκτρισμού, θεωρούμε ότι επιβεβλημένη προτεραιότητα της Αρχής θα όφειλε να είναι ο μετριασμός της υπερσυγκέντρωσης ισχύος με δραστικό περιορισμό του μεριδίου στην αγορά προμήθειας σε επίπεδα οπωσδήποτε κάτω του 40% και συγχρόνως η διασφάλιση ενός ισόρροπου πεδίου ανταγωνισμού για όλους τους προμηθευτές, τονίζει, διευκρινίζοντας ότι είναι απαραίτητη η άτεγκτη απαίτηση της τήρησης εμπρόθεσμα όλων των οικονομικών υποχρεώσεων των παικτών απέναντι στους διαχειριστές, θίγοντας ένα ευαίσθητο θέμα της αγοράς που απασχολεί και τη ΡΑΕ η οποία έχει ζητήσει εγγυήσεις για τα χρέη προς τους διαχειριστές, τα οποία ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 350 εκατ. ευρώ. Σε αντίθετη περίπτωση, αναφέρει η Mytilineos, η αγορά στρεβλώνεται κατάφωρα και οι απόπειρες ενίσχυσης της διαφάνειας μέσω της πλήρους πληροφόρησης των καταναλωτών προφανώς δεν έχουν καμία ουσία.

Αντιδρούν στην κατηγοριοποίηση των τιμολογίων με βάση τον βαθμό κινδύνου για τους καταναλωτές.

Η μη ισότιμη πρόσβαση των προμηθευτών στο εγχώριο ενεργειακό μείγμα παραγωγής, επισημαίνει, σε συνδυασμό με την υπερδεσπόζουσα θέση του ιστορικού παρόχου στην προμήθεια δυσχεραίνει σημαντικά την ανάπτυξη μιας υγιούς ανταγωνιστικής αγοράς και βελτίωσης της ποιότητας και των τιμών για τον καταναλωτή, με αποτέλεσμα παρά την αυξημένη συμμετοχή των ανεξάρτητων ιδιωτών ηλεκτροπαραγωγών η προμήθεια να συνεχίζει να χαρακτηρίζεται από τη δεσπόζουσα θέση της ΔΕΗ. Προς επιβεβαίωση της θέσης της η εταιρεία παρουσιάζει πίνακα με στοιχεία που δείχνουν ότι το σταθερό τιμολόγιο της ΔΕΗ (myhome enter με τιμή 104,03 ευρώ/MWh) δεν μπορούν να το ανταγωνιστούν οι άλλοι προμηθευτές με ένα συνολικό ενεργειακό κόστος της τάξης των 173 ευρώ/ΜWh το 2022 και 117 ευρώ/MWh το 2023, κάτι που δημιουργεί συνθήκες επιστροφής πελατών στη ΔΕΗ και κλεισίματος της αγοράς. Ως  ένδειξη του ελλείμματος ανταγωνισμού αναφέρεται ότι κατά τη διάρκεια του 2020 μόλις το 7,8% του συνόλου των πελατών μέσης και χαμηλής τάσης άλλαξε πάροχο.

Στο σύνολό τους οι υπόλοιποι πάροχοι επικεντρώνονται στις προτάσεις τις ΡΑΕ για τα νέα τιμολόγια. Τάσσονται γενικά υπέρ της αρχής της διαφάνειας, εκφράζουν ωστόσο τη διαφωνία τους στην ομογενοποίησή τους και ειδικά στην κατηγοριοποίησή τους βάση του βαθμού κινδύνου, επισημαίνοντας μεταξύ άλλων ότι δεν εξυπηρετούν τη διαφάνεια, περιορίζουν την επιχειρηματική ελευθερία και οδηγούν έμμεσα την αγορά σε ρύθμιση τιμολογίων.

Τη διαφωνία της εκφράζει και η ΔΕΗ ως προς την ομογενοποίηση και προτείνει εάν τελικά τα τιμολόγια τυποποιηθούν, αυτό να γίνει στη βάση των κυμαινόμενων με πλαφόν, κυμαινόμενων χωρίς πλαφόν και σταθερών τιμολογίων. Τέλος, οι προμηθευτές κρίνουν αναγκαίο να υπάρξει μεταβατικό διάστημα 6- 9 μηνών για την εφαρμογή των όποιων μέτρων ληφθούν, προκειμένου να προσαρμόσουν τα πληροφοριακά τους συστήματα.