ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ευέλικτους κανόνες για το χρέος προτείνει το Ευρωπαϊκό Δημοσιονομικό Συμβούλιο

Τις προτάσεις του για την αναμόρφωση των δημοσιονομικών κανόνων διασαφήνισε χθες το Ευρωπαϊκό Δημοσιονομικό Συμβούλιο (EFB), στο πλαίσιο της δημοσίευσης της πέμπτης ετήσιας έκθεσής του.

Ευέλικτους κανόνες για το χρέος προτείνει το Ευρωπαϊκό Δημοσιονομικό Συμβούλιο

ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ – ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. Τις προτάσεις του για την αναμόρφωση των δημοσιονομικών κανόνων διασαφήνισε χθες το Ευρωπαϊκό Δημοσιονομικό Συμβούλιο (EFB), στο πλαίσιο της δημοσίευσης της πέμπτης ετήσιας έκθεσής του. Παράλληλα, προχώρησε σε μία αποτίμηση της ευρωπαϊκής απάντησης στην οικονομική κρίση της πανδημίας – και στα διδάγματα που μπορεί να αντλήσει η Ε.Ε. από τις πολιτικές αυτές για το μέλλον.

Το Συμβούλιο δεν προτείνει την αλλαγή του ορίου του 60% του ΑΕΠ για το χρέος, καθώς κάτι τέτοιο θα απαιτούσε ομοφωνία στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Προτείνει αντ’ αυτού συγκεκριμένους στόχους ετήσιας μείωσης, διαφορετικούς ανά υπερχρεωμένη χώρα, βάσει ενός και μοναδικού σημείου αναφοράς (benchmark) για τις δημόσιες δαπάνες. Η δυνατότητα παρέκκλισης (με ρήτρα διαφυγής) από αυτόν τον κανόνα θα πιστοποιείται με ανεξάρτητη οικονομική ανάλυση, πέρα από τον έλεγχο του εκάστοτε κράτους-μέλους. Στην πρόταση του Συμβουλίου διατηρείται επίσης το ανώτατο όριο του 3% του ΑΕΠ για το δημοσιονομικό έλλειμμα.

Με συγκεκριμένους στόχους ετήσιας μείωσης, διαφορετικούς ανά υπερχρεωμένη χώρα.

Το EFB καλωσορίζει την επανέναρξη των διαβουλεύσεων για το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης και την πρόθεση των ευρωπαϊκών θεσμών να καταλήξουν σε μια κοινή θέση «εγκαίρως πριν από το 2023». Οπως ανέφερε αξιωματούχος του Συμβουλίου σε ενημέρωση των Ευρωπαίων ανταποκριτών χθες, δεν υπάρχει προσδοκία για ολοκληρωμένη νέα νομοθεσία εντός του 2022, αλλά για «την επίτευξη ενός πολιτικού συμβιβασμού». Οπως σημειώνει το Συμβούλιο, η έγκαιρη μεταρρύθμιση του ΣΣΑ θα αποβεί προς όφελος τόσο των χωρών που ανησυχούν για τη διάβρωση της εφαρμογής των κανόνων (τα κράτη-μέλη του Βορρά) όσο και αυτών που επιθυμούν να αξιοποιήσουν στον μέγιστο βαθμό τη διαθέσιμη ευελιξία. Προειδοποιεί δε ότι η ασάφεια σχετικά με το μελλοντικό δημοσιονομικό καθεστώς μπορεί να οδηγήσει σε αναβάθμιση του πιστοληπτικού κινδύνου των ευρωπαϊκών κρατικών ομολόγων στα μάτια των αγορών. Ειδικά οι χώρες με υψηλό χρέος, όπως αναφέρθηκε στην ενημέρωση, δεν μπορούν να πορεύονται με τη βεβαιότητα ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα είναι πάντα εκεί για να διατηρεί το κόστος δανεισμού τους σε βιώσιμα επίπεδα.

Στην εισαγωγή του στην έκθεση, ο πρόεδρος του Συμβουλίου Νιλς Τίγκεσεν γράφει ότι το Recovery and Resilience Facility «έχει προσωρινά αντιμετωπίσει σημαντικές παραλείψεις του πλαισίου (οικονομικής) διακυβέρνησης της Ε.Ε.». Οι παραλείψεις αυτές, σημειώνει, «μοιάζουν ακόμα πιο πιεστικής σημασίας σήμερα» έπειτα από δεκαετίες οικονομικής επιβράδυνσης και «διογκούμενων οικονομικών σοκ».

Η πολιτική που υιοθετήθηκε σε ευρωπαϊκό επίπεδο το 2020, σύμφωνα με τον καθηγητή Τίγκεσεν, «παρείχε διαβεβαιώσεις ότι η Ε.Ε., καθώς ανακάμπτει από την πανδημία αλλά και πέραν αυτού, δεν θα βιώσει ξανά τα πολύ χαμηλά επίπεδα των τονωτικών για την ανάπτυξη δημόσιων δαπανών» που καταγράφηκαν σε προηγούμενες κρίσεις. Χαρακτηρίζει το RRF, λόγω κλίμακας αλλά και αυξημένης στήριξης στις χώρες που επλήγησαν βαρύτερα και είχαν πιο περιορισμένες δυνατότητες δημοσιονομικής τόνωσης των οικονομιών τους –και σε συνδυασμό με το πρόγραμμα SURE για τη στήριξη της απασχόλησης– ως «ένα πείραμα στην κατεύθυνση ενός κεντρικού δημοσιονομικού εργαλείου για τη σταθεροποίηση» της ευρωπαϊκής οικονομίας.