ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τρεις κλάδοι θα επιταχύνουν την ανάπτυξη

Τους «αιμοδότες» της ανάκαμψης και την εταιρική πιστοληπτική ικανότητα αναλύει ο πρόεδρος της ICAP, Νικήτας Κωνσταντέλλος

Τρεις κλάδοι θα επιταχύνουν την ανάπτυξη

Γενικώς αυξανόμενη βαίνει τα τελευταία χρόνια η πιστοληπτική ικανότητα των ελληνικών επιχειρήσεων, με τις διαδοχικές κρίσεις όμως τις οποίες υπέστη η ελληνική οικονομία να έχουν προκαλέσει μια μη γραμμική πρόσβαση στη χρηματοδότηση. Το παραπάνω επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ο Νικήτας Κωνσταντέλλος, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του ομίλου εταιρειών ICAP, μιλώντας σήμερα στην «Καθημερινή» της Κυριακής. Ο ίδιος αναλύει τον ρόλο της πιστοληπτικής αξιολόγησης των επιχειρήσεων στην προσέλκυση επενδύσεων, ενώ εξηγεί τους λόγους για τους οποίους στην Ελλάδα και διεθνώς οι οργανισμοί πιστοληπτικής διαβάθμισης οδηγήθηκαν σε λανθασμένες αξιολογήσεις εταιρειών.

Ο κ. Κωνσταντέλλος προχωράει επίσης σε μία «αποτίμηση» των επιπτώσεων της πανδημίας στην ελληνική οικονομία και εκτιμά ότι θα απαιτηθούν συνολικά 2,5 χρόνια για να επιστρέψουμε στο ΑΕΠ του 2019.

Δεδομένης, εξάλλου, της μακράς εμπειρίας της ICAP στις κλαδικές μελέτες προχωράει σε αναλυτική εκτίμηση για τους κλάδους εκείνους της ελληνικής οικονομίας που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη δυναμική.

– Ποιος είναι ο θεσμικός ρόλος των CRAs (Οργανισμοί Πιστοληπτικής Διαβάθμισης) και πώς συμβάλλουν στην καθιέρωση του υγιούς επιχειρείν και την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας;

– Τα CRAs παρέχουν ανεξάρτητες εκτιμήσεις για την πιθανότητα αθέτησης πιστωτικής ή άλλης υποχρέωσης στο μέλλον, τόσο για επιχειρήσεις και χρεόγραφα όσο και ευρύτερες νομικές οντότητες και κράτη. Ο ρόλος αυτός διέπεται από ιδιαίτερα απαιτητικούς ρυθμιστικούς και εποπτικούς κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών (ESMA), που διασφαλίζουν αποτελεσματικότητα, διαφάνεια, διαβούλευση και λογοδοσία. Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι ο πιστωτικός κίνδυνος αποτελεί τον κορμό των κινδύνων που αφορούν τις οικονομικές αποφάσεις, η συνεισφορά αντικειμενικών εκτιμήσεων από πλευράς CRAs συνεισφέρει ουσιαστικά στην ανάπτυξη υγιούς επιχειρείν, καθώς και στη σταθερότητα της οικονομίας.  Στην Ελλάδα η ICAP, εδώ και 10 χρόνια, είναι το μοναδικό CRA και έχει αποδώσει αξιολογήσεις για 6.000 επιχειρήσεις με ενεργητικό 200 δισ. ευρώ.  Επιπλέον, τα δύο τελευταία χρόνια, έχει αξιολογήσει συναλλαγές τιτλοποιήσεων δανείων που υπερβαίνουν τα 20 δισ. ευρώ.

– Πόσο καθοριστικός είναι ο ρόλος της πιστοληπτικής αξιολόγησης στην προσέλκυση επενδύσεων;

– Η πιστοληπτική αξιολόγηση αποτελεί τον κορμό στην αξιολόγηση κάθε επένδυσης, υπό την έννοια ότι συνδυάζει κάθε πτυχή του επενδυτικού σχεδίου για να προσδιορίσει την πιθανότητα αθέτησης υποχρέωσης.  Επειδή η πιστωτική υποχρέωση προηγείται κάθε άλλης υποχρέωσης, κάθε ορθολογικός επενδυτής αναμένεται να ξεκινήσει την ανάλυση της προτεινόμενης επένδυσης ακριβώς από αυτό το σημείο.

– Πώς θα κρίνατε το επίπεδο πιστοληπτικής ικανότητας των ελληνικών επιχειρήσεων σήμερα;  Κατά πόσο μπορούν να έχουν πρόσβαση σε χρηματοδότηση και μάλιστα όχι με υψηλό κόστος;

– Η πιστοληπτική ικανότητα των ελληνικών επιχειρήσεων σήμερα βαίνει γενικά αυξανόμενη, ωστόσο αυτό δεν ακολουθεί μια γραμμική εξέλιξη. Οι διαδοχικές κρίσεις που υπέστη η οικονομία, αλλά και η μεταρρυθμιστική διαφοροποίηση του κράτους στους διάφορους κλάδους, είχαν ως αποτέλεσμα δομικές μεταβολές οι οποίες συντελούν στη μη γραμμική πρόσβαση στη χρηματοδότηση. Για παράδειγμα, κλάδοι εντάσεως γνώσης με δυνατότητα προσαρμογής ή παραγωγής καινοτομίας απολαμβάνουν επιταχυνόμενη πρόσβαση στη χρηματοδότηση.

Αναμένεται να πρωταγωνιστήσουν πληροφορική και τηλεπικοινωνίες, ενέργεια και τράπεζες.

– Τα προηγούμενα χρόνια είδαμε εταιρείες που εμφανίζονταν ως «εθνικοί πρωταθλητές» να αποδεικνύεται ότι είχαν τελικά πολύ σαθρές βάσεις. Ποια είναι η ευθύνη των CRAs;

– Είναι πράγματι ένα σοβαρό φαινόμενο σε διεθνές επίπεδο, όχι μόνο για την Ελλάδα, αρχής γενομένης για τον 21ο αιώνα από την κατάρρευση της Enron και κατόπιν της Arthur Andersen το 2001. Πολλές φορές οι οργανισμοί πιστοληπτικής διαβάθμισης αντιμετώπισαν κριτική για την προβλεπτική τους ικανότητα σε τέτοιες περιπτώσεις, ωστόσο προσεκτική ανάλυση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το βασικό ζήτημα βρίσκεται στην εταιρική διακυβέρνηση και την αξιοπιστία των στοιχείων τα οποία γίνονται διαθέσιμα για την ανάπτυξη εκτιμήσεων. Τα τελευταία χρόνια η ανάπτυξη προτύπων οικονομικής και μη πληροφόρησης, καθώς και κώδικα εταιρικής διακυβέρνησης οδηγούν στην εξομάλυνση των παρατηρούμενων προβλημάτων.

– Με βάση την εμπειρία που έχετε από τις κλαδικές αναλύσεις, ποιοι επιχειρηματικοί  κλάδοι παρουσιάζουν μεγαλύτερη δυναμική και μπορούν να επιταχύνουν τη βιώσιμη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας;

– Οι τρεις κλάδοι που ξεχωρίζουν για τη δυναμική και τη σημαντική συνεισφορά τους στο ΑΕΠ της χώρας μας είναι ο ευρύτερος τομέας του τουρισμού, ο οποίος μέσα από τα πολλαπλασιαστικά του οφέλη συμπαρασύρει προς την ανάπτυξη και λοιπούς κλάδους της ελληνικής οικονομίας, ο αγροτικός τομέας και κατ’ επέκταση η βιομηχανία τροφίμων και ποτών, που παρουσιάζει σημαντική εξαγωγική δραστηριότητα, καθώς και ο κλάδος των ακινήτων – κατασκευών, που μπορεί να αποτελέσει την κινητήρια δύναμη για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας.

Αναλυτικότερα, ο τουρισμός θα συνεχίσει να αποτελεί την ατμομηχανή της ελληνικής οικονομίας, καθώς η συνεισφορά του στη διαμόρφωση του ΑΕΠ της χώρας ανήλθε σε 12,5% το 2019.  H συμμετοχή του στη συνολική απασχόληση ανέρχεται στο 22%. Με τις επιδόσεις αυτές, ο ελληνικός τουρισμός μέσα από τα πολλαπλασιαστικά του οφέλη αναμφισβήτητα συντελεί και θα εξακολουθήσει να συμβάλλει και μετά την COVID-19 στη βιώσιμη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, συμπαρασύροντας και άλλους κλάδους, όπως των μεταφορών, της εστίασης, του λιανεμπορίου κ.ά.

Ο  αγροτικός τομέας με συμμετοχή πάνω από 6 δισ. ευρώ τα τελευταία χρόνια και ποσοστό που πλησιάζει το 4%, παρουσιάζει σημαντικές προοπτικές εξέλιξης.  Η βιομηχανία τροφίμων και ποτών θεωρείται ένας ιδιαίτερα δυναμικός και ανταγωνιστικός κλάδος, ο οποίος εμφανίζει αξιόλογη εξωστρέφεια – ιδιαίτερα σε ορισμένες κατηγορίες προϊόντων. Ενθαρρυντικό είναι το γεγονός ότι οι συνολικές εξαγωγές τροφίμων, ποτών και λοιπών αγροτικών προϊόντων αυξήθηκαν κατά 12% το 2020 σε σχέση με το 2019, σε μια τόσο δύσκολη χρονιά, συμμετέχοντας κατά 22% στις συνολικές εξαγωγές της Ελλάδος.

Ο κλάδος των ακινήτων και των κατασκευών επίσης είναι ένας τομέας που παρουσιάζει ανάκαμψη από το 2018 και μετά. Παρά την κρίση της πανδημίας, οι επενδύσεις σε κατοικίες αυξήθηκαν κατά 15% το 2020 και οι επενδύσεις σε λοιπές κατασκευές, που περιλαμβάνουν και τα μεγάλα έργα, σημείωσαν άνοδο κατά 9% συγκριτικά με το 2019.  

Τα επόμενα χρόνια αναμένονται μεγάλα δημόσια έργα (δρόμοι, μετρό κ.ά.), έργα ΣΔΙΤ (συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα με έμφαση στην διαχείριση απορριμμάτων), αλλά και ιδιωτικά, με το εμβληματικό έργο του Ελληνικού (8 δισ. ευρώ, 70.000 θέσεις εργασίας) να κατέχει τη δεσπόζουσα θέση. Παρελκόμενος κλάδος που θα ωφεληθεί θα είναι και των δομικών υλικών, λόγω της μεγάλης ζήτησης που θα δημιουργηθεί.

Επιπροσθέτως, θα πρέπει να τονίσουμε ότι η χώρα μας συνέταξε ένα πλήρες σχέδιο ανάκαμψης, το «Ελλάδα 2.0», το οποίο τον περασμένο Ιούνιο εγκρίθηκε από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Με αυτό, τα 31 δισ. ευρώ  του Ταμείου Ανάκαμψης σχεδιάζεται να μοχλευθούν με τραπεζικά και ιδιωτικά κεφάλαια, για τη χρηματοδότηση συνολικών επενδύσεων 60 δισ. ευρώ μέχρι το 2026.  Οι πυλώνες του σχεδίου είναι η πράσινη μετάβαση, ο ψηφιακός μετασχηματισμός, η εξωστρέφεια και η καινοτομία.  Κλάδοι λοιπόν που επίσης αναμένεται να πρωταγωνιστήσουν είναι:

•Πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών, με μεγάλες επενδύσεις στο 5G.

•Ενέργειας, με ανάγκες για επενδύσεις 50 δισ. την επόμενη δεκαετία.  Η απολιγνιτοποίηση και η κοινοτική οδηγία για αύξηση της παραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας στο 32% του συνόλου, πιέζουν για αυτές τις επενδύσεις.

•Τραπεζικός, που ήταν ο αδύναμος κρίκος της οικονομίας τα τελευταία χρόνια.  Με τη δραστική μείωση των κόκκινων δανείων και τα χρήματα του Ταμείου Ανάκαμψης, που θα περάσουν αναγκαστικά μέσα από τις τράπεζες, υπάρχει σημαντικό πεδίο αύξησης χορηγήσεων με μικρότερο ρίσκο και συνεπώς αξιόλογης ανάπτυξης του κλάδου.

Οι ρυθμοί αύξησης του ΑΕΠ

– Συμμερίζεστε τις προβλέψεις του υπουργείου Οικονομικών για τον ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας το 2021 και το 2022;

– Σε γενικές γραμμές συμμερίζομαι τις αισιόδοξες προβλέψεις που αναφέρονται στο προσχέδιο του προϋπολογισμού και είναι 6,1% αύξηση για το 2021 και 4,5% για το 2022.  Αλλωστε οι προβλέψεις αυτές είναι αντίστοιχες με εκείνες διεθνών οργανισμών, όπως το ΔΝΤ (στις 12/10/2021) για ρυθμό 6,5% (το 2021) και 4,6% ( το 2022) και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για ρυθμό ανάπτυξης 7,1% το 2021 και 5,2% (το 2022). Θα πρέπει όμως να σημειώσουμε ότι το 2020 το ΑΕΠ της χώρας μειώθηκε κατά 8,2%.  Ετσι θα χρειαστούν συνολικά 2,5 χρόνια για να γυρίσουμε στο ΑΕΠ του τέλους του 2019. Το πολύ σημαντικό όμως είναι ότι η Ελλάδα προβλέπεται να αναπτύσσεται με ρυθμούς άνω του 3% κατά μέσο όρο τον χρόνο, για τα επόμενα 10 χρόνια.  Σε αυτό θα συμβάλει πολύ η στήριξη της χώρας μας με 72 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης (31 δισ. ευρώ μέχρι το 2026) και από άλλα ευρωπαϊκά διαρθρωτικά ταμεία (40 δισ. ευρώ).