ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Νέο «όχι» από Λαγκάρντ σε πρόωρη αύξηση των επιτοκίων

Την επίμονη θέση της ότι η ΕΚΤ δεν πρέπει να επισπεύσει μια αύξηση των επιτοκίων προτού λήξει το σοκ που έχει δεχθεί η οικονομία από την πανδημία επανέλαβε για μια ακόμη φορά χθες η πρόεδρος της Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ.

Νέο «όχι» από Λαγκάρντ σε πρόωρη αύξηση των επιτοκίων

Την επίμονη θέση της ότι η ΕΚΤ δεν πρέπει να επισπεύσει μια αύξηση των επιτοκίων προτού λήξει το σοκ που έχει δεχθεί η οικονομία από την πανδημία επανέλαβε για μια ακόμη φορά χθες η πρόεδρος της Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ. Κι ενώ παραδέχθηκε ξανά πως ο πληθωρισμός, που βρίσκεται από τον Οκτώβριο στο 4,1%, θα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα σαφώς άνω του στόχου της Τράπεζας, υπογράμμισε και πάλι την πεποίθησή της ότι οι πληθωριστικές πιέσεις θα υποχωρήσουν στο εγγύς μέλλον. Επανήλθε, άλλωστε, και στην υπόσχεσή της ότι παρά τη λήξη του έκτακτου προγράμματος κατά της πανδημίας τον Μάρτιο, η Τράπεζα θα συνεχίσει τις εκτεταμένες αγορές ομολόγων και με χαλαρότερα κριτήρια.

«Οταν οι πληθωριστικές πιέσεις αναμένεται να υποχωρήσουν, όπως συμβαίνει σήμερα, δεν έχει νόημα να αντιδράσουμε επιβάλλοντας περιοριστική νομισματική πολιτική», τόνισε η κ. Λαγκάρντ και υπογράμμισε πως μια τέτοια στροφή «δεν θα λειτουργούσε στην οικονομία παρά μόνον όταν θα έχει παρέλθει το σοκ».

Η ΕΚΤ θα συνεχίσει τις εκτεταμένες αγορές ομολόγων με χαλαρότερα κριτήρια και μετά τον Μάρτιο, τόνισε.

Η κεντρική τράπεζα της Ευρωζώνης έχει καταστήσει σαφές ότι το πρόγραμμα αγορών ομολόγων του 1,85 τρισ. ευρώ, που επιστράτευσε για να αντιμετωπίσει την ύφεση της πανδημίας, πρόκειται να λήξει τον Μάρτιο του επόμενου έτους, όπως προβλέπει το χρονοδιάγραμμά του. Η κ. Λαγκάρντ επανέλαβε, όμως, πως οι αγορές ομολόγων θα παραμείνουν σε «σημαντικά» επίπεδα και πέραν του τέλους του προγράμματος. Υπογράμμισε, άλλωστε, πως θα προηγηθεί «ο κατάλληλος υπολογισμός των αγορών τίτλων, ώστε να στηριχθεί η ανάκαμψη και η βιώσιμη επιστροφή σε έναν πληθωρισμό κοντά στα επίπεδα του στόχου του 2%». Επρόκειτο για έμμεση αναφορά στα σχέδια της Τράπεζας να βρει τρόπο ώστε μετά το τέλος του έκτακτου προγράμματος να αγοράζει ακόμα και ομόλογα που δεν έχουν βαθμολογία επένδυσης, όπως, για παράδειγμα, το χρέος του ελληνικού Δημοσίου.

Η στάση της ΕΚΤ αποκλίνει από τη στροφή που αναμένεται να πραγματοποιήσουν τους επόμενους μήνες, αυξάνοντας το κόστος του δανεισμού, αφενός η αμερικανική Federal Reserve και αφετέρου η Τράπεζα της Αγγλίας. Η ΕΚΤ θα λάβει τις σχετικές αποφάσεις στην επόμενη συνεδρίασή της στις 16 Δεκεμβρίου. Ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η ομιλία της κ. Λαγκάρντ στη Φρανκφούρτη σημειωνόταν αύξηση του κόστους δανεισμού των χωρών της Ευρωζώνης, που είχε υποχωρήσει σημαντικά στη συνεδρίαση της Πέμπτης. Παρά την άνοδο, πάντως, παραμένουν κοντά στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων επτά ετών, καθώς η πανδημία οδηγεί τους επενδυτές στα ασφαλή καταφύγια του κρατικού χρέους. Ειδικότερα, οι αποδόσεις των δεκαετών του γερμανικού Δημοσίου σημειώνουν αύξηση δύο μονάδων βάσης, στο -0,26%, ενώ είχαν υποχωρήσει κατά 4 μ.β. μία ημέρα νωρίτερα. Η αυξημένη ζήτηση για ομόλογα του γερμανικού Δημοσίου ως ενέχυρα κρατάει σε χαμηλά επίπεδα τις αποδόσεις τους, καθώς είναι περιορισμένος ο όγκος τους. Σε ό,τι αφορά, πάντως, τα δεκαετή ομόλογα της Ιταλίας, οι αποδόσεις παρέμειναν χθες αμετάβλητες με τα spreads τους σταθερά στις 118 μ.β. Το ενδιαφέρον των επενδυτών παραμένει στραμμένο στις προθέσεις των κεντρικών τραπεζών. Σημειωτέον ότι τα τελευταία στοιχεία φέρουν τις τιμές παραγωγού στη Γερμανία να έχουν αυξηθεί κατά 3,8% τον Οκτώβριο σε σύγκριση με τον προηγούμενο μήνα, υπερβαίνοντας σαφώς τις προβλέψεις για αύξηση 1,9%. Προδίδουν έτσι πως οι πληθωριστικές πιέσεις εντείνονται.