ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Δεν λείπουν ταλέντα, αλλά ποιοτικές θέσεις εργασίας

Δεν λείπουν ταλέντα, αλλά ποιοτικές θέσεις εργασίας

Μύθος αποδεικνύεται, σύμφωνα με το Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και Ανθρώπινου Δυναμικού, η έλλειψη ταλέντων στην Ελλάδα. Μελέτη που εκπόνησαν ο διευθυντής Ενεργητικών Πολιτικών και Διεθνών Δικτύων και επιστημονικός υπεύθυνος του Μηχανισμού Διάγνωσης Αναγκών της αγοράς εργασίας του Ινστιτούτου Σταύρος Π. Γαβρόγλου και ο ερευνητής Βάιος Κώτσιος, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η χαμηλή ποιότητα των θέσεων εργασίας των ελληνικών επιχειρήσεων, εάν δεν είναι αυτή που παράγει πρωτογενώς, τότε είναι σίγουρα αυτή που αναπαράγει τα ελλείμματα δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού.   

Οπως χαρακτηριστικά επισημαίνεται, το αναπτυξιακό πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι (μόνο) ότι βασίζεται σε «μη παραγωγικούς» ή χαμηλής προστιθέμενης αξίας κλάδους, όπως το Εμπόριο και ο Τουρισμός όπου συγκεντρώνεται ένα ιδιαιτέρως μεγάλο μέρος της απασχόλησης. Το νέο παραγωγικό πρότυπο που έχει ανάγκη η χώρα δεν αφορά τόσο τη μεταφορά της απασχόλησης από «παραδοσιακούς» σε «νέους» κλάδους οικονομικής δραστηριότητας, αναφέρουν οι ερευνητές, όσο τον εμπλουτισμό όλων των κλάδων της με δραστηριότητες και επαγγέλματα υψηλών δεξιοτήτων.

Για παράδειγμα, αναφέρουν, το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δεν είναι τόσο ότι ο νευραλγικός κλάδος της Μεταποίησης συγκεντρώνει ένα σχετικά μικρό μόνο μέρος της απασχόλησης, αλλά ότι η ελληνική Μεταποίηση δεν είναι, ως επί το πλείστον, υψηλού επιπέδου. Η Δανία ευημερεί σε σχέση με την Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι στη Δανία ο κλάδος της Μεταποίησης δεν συγκεντρώνει πολύ μεγαλύτερο μερίδιο της απασχόλησης από την Ελλάδα (11% έναντι 10%). Η μεγάλη διαφορά έγκειται στο ότι στη Δανία το 44,8% των θέσεων εργασίας στη Μεταποίηση είναι θέσεις υψηλών δεξιοτήτων, όταν στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσοστό είναι μόλις 19%. Σύμφωνα με τους κ. Γαβρόγλου και Κώτσιο, οι κλάδοι της ελληνικής οικονομίας που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη υστέρηση δεξιοτήτων σε σχέση με τις χώρες της Ευρωζώνης και κατά συνέπεια θα πρέπει να αναδιαρθρωθούν κατά προτεραιότητα, ώστε να παρέχουν ταυτοχρόνως πιο ποιοτικές θέσεις εργασίας (μετάβαση σε επαγγέλματα υψηλών αντί για μετρίων δεξιοτήτων) και πιο αναβαθμισμένο προϊόν-υπηρεσίες (μετάβαση σε υψηλή προστιθέμενη αξία), είναι: το χονδρικό και λιανικό Εμπόριο, η Μεταποίηση, η Δημόσια Διοίκηση και οι Κατασκευές, ακολουθούμενοι από τα Καταλύματα και την Εστίαση και τις Διοικητικές και υποστηρικτικές δραστηριότητες.

Εντυπωσιακή είναι η ελληνική υστέρηση δεξιοτήτων και στον κρίσιμο για την οικονομία κλάδο «Καταλύματα και εστίαση».

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη μελέτη, στη χώρα μας το 32% των θέσεων εργασίας είναι θέσεις που αφορούν επαγγέλματα υψηλών δεξιοτήτων, ενώ ο μέσος όρος των χωρών της Ευρωζώνης είναι 44%. Οι θέσεις εργασίας μετρίων δεξιοτήτων στην Ελλάδα αποτελούν το 61% της συνολικής απασχόλησης, ενώ στην Ευρωζώνη το 47%, ενώ οι θέσεις εργασίας χαμηλών δεξιοτήτων αφορούν μικρό μερίδιο της απασχόλησης και στην Ελλάδα (7%) και στην Ευρωζώνη (9%).

Από το 2011 έως το 2020 στην Ελλάδα η απασχόληση σε επαγγέλματα υψηλών δεξιοτήτων εξελίχθηκε με ασταθείς και σχετικά χαμηλούς ρυθμούς, αυξανόμενη από το 30% σε 32%, όταν την ίδια περίοδο οι χώρες της Ευρωζώνης, κατά μέσο όρο, αύξησαν το αντίστοιχο ποσοστό από 40% στο 44%, δηλαδή με ρυθμό ταχύτερο από της Ελλάδας.  

Στην Ελλάδα μόλις το 33% των θέσεων εργασίας στη  Δημόσια διοίκηση και άμυνα και την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση είναι υψηλών δεξιοτήτων, όταν στις χώρες της Ευρωζώνης, κατά μέσο όρο, ένα σχεδόν διπλάσιο ποσοστό, το 60%, των θέσεων εργασίας του κλάδου είναι θέσεις υψηλών δεξιοτήτων. Εντυπωσιακή είναι η ελληνική υστέρηση δεξιοτήτων και στον κρίσιμο για την ελληνική οικονομία κλάδο Καταλύματα και εστίαση, όπου μόλις το 11% των θέσεων εργασίας αφορούν επαγγέλματα υψηλών δεξιοτήτων, όταν στις χώρες της Ευρωζώνης ο μέσος όρος είναι 18%, με χαμηλότερο ποσοστό να σημειώνεται στη Φινλανδία (5%) και υψηλότερο στο Βέλγιο (28%). Στον μεγαλύτερο κλάδο της ελληνικής οικονομίας, το χονδρικό και λιανικό εμπόριο, η υστέρηση είναι ακόμα μεγαλύτερη, με την αναλογία θέσεων υψηλών δεξιοτήτων να ανέρχεται στο 13%, όταν στην υπόλοιπη Ευρωζώνη η αναλογία αυτή είναι υπερδιπλάσια, ανερχόμενη στο 29%.

Η υστέρηση της Ελλάδας σε δεξιότητες, καταλήγουν οι επιστήμονες, θα μπορούσε θεωρητικά να οφείλεται κυρίως  στην ελλιπή δημιουργία θέσεων υψηλών δεξιοτήτων εκ μέρους των επιχειρήσεων και όχι στο μειωμένο ποσοστό του εργατικού δυναμικού που διαθέτει υψηλά προσόντα και δεξιότητες. Σημαντικό ρόλο δε, ενδέχεται να διαδραματίζει και η  αδυναμία του συστήματος επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης να παρέχει, όχι μόνο υψηλού επιπέδου αλλά και σύγχρονες, επικαιροποιημένες γνώσεις και δεξιότητες. Μάλιστα, οι παθογένειες της κατάρτισης, αλλά και οι ενδεχομένως παρωχημένες –αν και υψηλού επιπέδου– γνώσεις και δεξιότητες που παρέχει το εκπαιδευτικό σύστημα στο εργατικό δυναμικό, θα μπορούσαν να εξηγήσουν, αναφέρουν οι ερευνητές, και την απροθυμία των ελληνικών επιχειρήσεων να προσλάβουν περισσότερους εργαζομένους με υψηλά προσόντα. Για να καταλήξουν ότι, σε κάθε περίπτωση, εκτός από την ανανέωση των προγραμμάτων σπουδών που παρέχει το εκπαιδευτικό σύστημα, θα πρέπει να ληφθεί μέριμνα και για την αναβάθμιση των θέσεων εργασίας που παρέχει το παραγωγικό σύστημα της χώρας.