ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σε στάση αναμονής οι διεθνείς οίκοι για την Ελλάδα

Kρίσιμη η απόφαση της ΕΚΤ για το αν και πώς θα συνεχίσει να αγοράζει ελληνικά ομόλογα μετά το τέλος του προγράμματος PEPP.

se-stasi-anamonis-oi-diethneis-oikoi-gia-tin-ellada-561604735

Ο χρόνος έχει αρχίσει και μετράει αντίστροφα όσον αφορά την απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για την Ελλάδα και εάν θα συνεχίσει με κάποιον τρόπο να αγοράζει ελληνικά ομόλογα μετά τη λήξη του έκτακτου προγράμματος PEPP. Η συζήτηση σιγά σιγά στρέφεται μακριά από το ποια μορφή μπορεί να έχει αυτή η στήριξη και προς το εάν τελικά θα υπάρξει όντως, με τους αναλυτές να εκτιμούν πως το θέμα της Ελλάδας ίσως να μην εξεταστεί τον Δεκέμβριο αλλά τον Ιανουάριο.

Οι οίκοι αξιολόγησης εμμέσως πλην σαφώς στέλνουν μηνύματα προς την κεντρική τράπεζα για τον κίνδυνο με τον οποίο θα βρεθεί αντιμέτωπη η Ελλάδα εάν δεν συνεχιστούν οι αγορές ομολόγων, τη στιγμή που οι δηλώσεις αξιωματούχων της ΕΚΤ χαμηλώνουν τις προσδοκίες. Το βέβαιο είναι πως η «μαύρη» εικόνα στο μέτωπο της πανδημίας, με την εκτίναξη των ανησυχιών γύρω από την εξέλιξη με τη νέα παραλλαγή της Νοτίου Αφρικής, περιπλέκει τα πράγματα και δυσκολεύει το παζλ για την ΕΚΤ, ωθώντας την πιθανότατα να τηρήσει στάση αναμονής και να μην βιαστεί να κηρύξει ακόμα το τέλος της κρίσης, το οποίο «ορίζεται» από το τέλος του PEPP.

Οι δηλώσεις του μέλους της ΕΚΤ Ιζαμπελ Σνάμπελ, την περασμένη εβδομάδα –η οποία θεωρείται και το φαβορί για τη θέση του Γενς Βάιντμαν στην Bundesbank και τηρεί πιο ήπια στάση από αυτήν του απερχόμενου Γερμανού κεντρικού τραπεζίτη αλλά δεν τάσσεται στην πλευρά των «περιστεριών»–, έριξε «σκιές» στην αισιοδοξία που υπήρχε έως τώρα, καθώς οι ξένοι αναλυτές εκτιμούσαν εδώ και καιρό ευρέως πως η Ελλάδα θα λάβει νέο waiver (εξαίρεση) από την κεντρική τράπεζα και έτσι θα συμμετάσχει σε όποια μορφή ποσοτικής χαλάρωσης ισχύσει μετά το PEPP – του οποίου η λήξη έχει έως τώρα «οριστεί» για τον Μάρτιο του 2022. Οπως είπε, «η Ελλάδα ωφελείται πολύ από τις αγορές με το PEPP. Μελλοντικά θα εξακολουθήσει να υπάρχει σημαντική παρουσία στην αγορά με το PEPP λόγω των επανεπενδύσεων. Θα πρέπει να συζητηθεί αν αυτό είναι αρκετό».

Οι αναλυτές ερμηνεύουν αυτές τις δηλώσεις ως ένα μήνυμα ότι η Γερμανίδα οικονομολόγος δεν τάσσεται υπέρ της συμπερίληψης των ελληνικών κρατικών ομολόγων στο «κανονικό» QΕ και πως η ΕΚΤ θα δώσει βάρος στο πρόγραμμα επανεπενδύσεων.

Και η Σνάμπελ δεν είναι η μόνη. Ο επικεφαλής οικονομολόγος και μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ Φίλιπ Λέιν, ο οποίος τάσσεται ξεκάθαρα στο στρατόπεδο των «περιστεριών», έχει επίσης δώσει περισσότερη σημασία στη στήριξη που θα έχει η Ελλάδα από τις επανεπενδύσεις του PEPP έως τα τέλη του 2023 και καθόλου στο εάν θα συνεχίσει η κεντρική τράπεζα να κάνει αποδεκτά τα ελληνικά ομόλογα στη μετά PEPP εποχή.

Αναλυτές εκτιμούν πως το θέμα της Ελλάδας ίσως να μην εξεταστεί τον Δεκέμβριο αλλά τον Ιανουάριο.

Η «σιγή» που τήρησαν S&P και Moody’s κατά τις πρόσφατες προγραμματισμένες αξιολογήσεις τους για την Ελλάδα, τη στιγμή που η αγορά ανέμενε αναβάθμιση, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο ότι «εκκρεμεί» αυτή η τελική ετυμηγορία της ΕΚΤ και κατέστη σαφές πως οι επανεπενδύσεις δεν αρκούν για να στηρίξουν την ανοδική τροχιά των αξιολογήσεων της χώρας.

Η Citi είχε εξηγήσει τη «σιωπή» της S&P κατά την προγραμματισμένη αξιολόγηση του Οκτωβρίου λέγοντας πως ο οίκος θα περιμένει, μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της ΕΚΤ για τη μετά PEPP επιλεξιμότητα της Ελλάδας. Η Société Generale έχει τονίσει πως ένα από «κλειδιά» για τις αναβαθμίσεις της Ελλάδας κρύβεται στη στάση που θα τηρήσει η ΕΚΤ.

Η Moody’s σε νέα έκθεσή της κάνει ξεκάθαρο γιατί δεν δημοσίευσε την προγραμματισμένη αξιολόγησή της για την Ελλάδα στις 19 Νοεμβρίου, στέλνοντας εμμέσως πλην σαφώς μήνυμα στην ΕΚΤ: το ενδεχόμενο τέλος του PEPP, το οποίο θα συμβεί το νωρίτερο μέχρι τα τέλη Μαρτίου 2022, θα μπορούσε να προκαλέσει αστάθεια στο κόστος δανεισμού της Ελλάδας και στο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, με τη ζήτηση για ελληνικό χρέος στις αγορές να είναι χαμηλότερη από τη βέλτιστη για τις ανάγκες χρηματοδότησης του κράτους, όπως τονίζει. Ετσι, «η απόφαση της ΕΚΤ για τα ελληνικά ομόλογα το 2022 είναι κρίσιμη και ενδέχεται να έχει αντίκτυπο στο κόστος δανεισμού», υπογραμμίζει χαρακτηριστικά.

Από τα παραπάνω γίνεται σαφές πως ένα «αχρείαστο λάθος» από την ΕΚΤ –όπως το έχει χαρακτηρίσει και η Capital Economics– κινδυνεύει να εκτροχιάσει την πρόοδο που έχει σημειώσει η Ελλάδα και τη σταθερότητα που έχει επιτευχθεί, τη στιγμή που είναι θέμα χρόνου –έως τις αρχές του 2023– να επανακτήσει έτσι κι αλλιώς την επενδυτική βαθμίδα, η οποία την κάνει επιλέξιμη στην ποσοτική χαλάρωση. Η «μάχη» συνεπώς με τα «γεράκια» πρέπει οπωσδήποτε να κερδηθεί.