ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Καμπανάκι Ελεγκτικού Συνεδρίου για τις εγγυήσεις του «Ηρακλή»

Κίνδυνος ενεργοποίησής τους λόγω υστέρησης εσόδων μετά το «πάγωμα» πλειστηριασμών

kampanaki-elegktikoy-synedrioy-gia-tis-eggyiseis-toy-irakli-561644173

Σοβαρό κίνδυνο, που μπορεί να συμπαρασύρει στην ενεργοποίηση της εγγύησης που έχει δώσει το Δημόσιο στις τιτλοποιήσεις του «Ηρακλή», συνιστά η αναστολή των πλειστηριασμών, που επιβλήθηκε λόγω πανδημίας και η οποία έχει οδηγήσει στη σημαντική υστέρηση των εσόδων που έχουν δεσμευθεί ότι θα πετύχουν οι εταιρείες διαχείρισης. Αυτό προκύπτει από την έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που δημοσιεύθηκε την προηγούμενη εβδομάδα και παρουσίασε η «Κ» (στο φύλλο της 21ης Δεκεμβρίου) και η οποία καταγράφει μεταξύ άλλων τους  βασικούς λόγους που εξηγούν τη μειωμένη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας από τις τράπεζες.

Στην έκθεση γίνεται εκτενής αναφορά στη μείωση των κόκκινων δανείων, που κατέστη δυνατή μέσω του «Ηρακλή», στον οποίο εντάχθηκαν τιτλοποιήσεις ύψους 49,8 δισ. ευρώ, από τα οποία το Δημόσιο εγγυάται τα 18,7 δισ. ευρώ.

Μεταξύ των συστάσεων που κάνει το Ελεγκτικό Συνέδριο προκειμένου να αποτραπεί η ενεργοποίηση της κρατικής εγγύησης, που θα ζημίωνε περαιτέρω τους Ελληνες φορολογουμένους, είναι η αποκατάσταση της κανονικότητας των ρευστοποιήσεων, που αφενός θα περιορίσουν τον ηθικό κίνδυνο και αφετέρου θα εξασφαλίσουν την καθαρή ροή ανακτήσεων από πλειστηριασμούς, στους οποίους βασίζονται και τα έσοδα των εταιρειών διαχείρισης που έχουν αναλάβει να φέρουν εις πέρας τις τιτλοποιήσεις.

Η ενεργοποίηση της κρατικής εγγύησης θα ζημίωνε περαιτέρω τους Ελληνες φορολογουμένους, λέει η δημόσια αρχή.

Από τα έσοδα αυτά πληρώνονται τα έξοδα διαχείρισης του servicer, το κουπόνι προς το Δημόσιο ως αμοιβή για την εγγύηση που παρείχε στο τμήμα της τιτλοποίησης, που θεωρείται υψηλής εξασφάλισης (senior note), και οι ιδιώτες – ομολογιούχοι των τίτλων ενδιάμεσης εξασφάλισης (mezzanine notes) που έχουν εκδοθεί στο πλαίσιο της τιτλοποίησης. Στην έκθεση περιλαμβάνεται αποτίμηση της αρμόδιας επιτροπής παρακολούθησης του υπουργείου Οικονομικών για την τιτλοποίηση Cairo που εντάχθηκε στον «Ηρακλή» και η οποία, εξαιτίας του «παγώματος» των πλειστηριασμών για πάνω από 18 μήνες λόγω της πανδημίας, εμφανίζει όπως σημειώνεται «σημαντική υστέρηση των προβλεπόμενων εισπράξεων».

Διευκρινίζεται ότι το χαρτοφυλάκιο Cairo ήταν η πρώτη τιτλοποίηση που εντάχθηκε στον «Ηρακλή», τον Δεκέμβριο του 2019, και έχοντας περάσει ένα διάστημα έξι τριμήνων διαχείρισης από ανεξάρτητη εταιρεία, δίνει μια πρώτη ένδειξη της πορείας εκτέλεσης των τιτλοποιήσεων. Το γεγονός, ωστόσο, ότι η περίοδος διαχείρισης συνέπεσε με το ξέσπασμα της πανδημίας ανέτρεψε τις εκτιμήσεις που περιλαμβάνονταν στο business plan για τις εισπράξεις από τη διαχείριση αυτών των δανείων, αναδεικνύοντας τη σημασία που έχει η επάνοδος στην κανονικότητα για την αντιμετώπιση του προβλήματος των κόκκινων δανείων, είτε αυτά ανήκουν σε τράπεζες είτε σε funds. Στον βαθμό που τα δάνεια αυτά έχουν πωληθεί η κανονικότητα των πλειστηριασμών συνιστά μείζον θέμα, καθώς μπορεί σε βάθος χρόνου να πυροδοτήσει την ενεργοποίηση της εγγύησης του ελληνικού Δημοσίου, που έχει δοθεί στο πλαίσιο του «Ηρακλή».

kampanaki-elegktikoy-synedrioy-gia-tis-eggyiseis-toy-irakli0Οπως προκύπτει από τα αναλυτικά στοιχεία που παραθέτει η αρμόδια επιτροπή παρακολούθησης του «Ηρακλή», η υστέρηση εισπράξεων που διαπιστώνεται στο Cairo (φτάνει το 21,1% για το Cairo I και το 29,2% για το Cairo II, έναντι υπερκάλυψης του στόχου κατά 20,8% στο Cairo III) αποδίδεται στον μηδενισμό των εισπράξεων από ρευστοποιήσεις λόγω του «παγώματος» στους πλειστηριασμούς που επιβλήθηκε εξαιτίας της πανδημίας. Να σημειωθεί ότι τα έσοδα των τιτλοποιήσεων προέρχονται από τους πλειστηριασμούς ακινήτων που κάνουν οι εταιρείες διαχείρισης όταν οι δανειολήπτες δεν πληρώνουν τις οφειλές τους και από τις δόσεις που εισπράττουν για τα δάνεια που έχουν ρυθμίσει. Η υστέρηση αυξάνει «τον κίνδυνο ενεργοποίησης από τον κάτοχο των ομολογιών υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας, των προβλέψεων περί κατάπτωσης της κρατικής εγγύησης», σημειώνει η επιτροπή παρακολούθησης του υπουργείου Οικονομικών και, αν και όπως διευκρινίζεται, «κάτι τέτοιο δεν προκύπτει ότι θα συμβεί πριν από το τέλος του 2025», συνιστά έναν υπαρκτό κίνδυνο, τον οποίο η κυβέρνηση ως εγγυήτρια των τιτλοποιήσεων θα πρέπει να παρακολουθεί στενά. Στην ίδια έκθεση διατυπώνεται η εκτίμηση πως η επανεκκίνηση των πλειστηριασμών, η βελτίωση του μακροοικονομικού κλίματος, καθώς και η έλευση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, διατηρούν θετικές προσδοκίες τόσο για τις ανακτήσεις όσο και για τη μείωση των κόκκινων δανείων.

Να σημειωθεί ότι για το χαρτοφυλάκιο Cairo που μεταβιβάστηκε από την Eurobank, ύψους 7,5 δισ., το ελληνικό Δημόσιο παρέχει εγγυήσεις ύψους 2,4 δισ. Εκτός από το χαρτοφυλάκιο Cairo, η Eurobank ενέταξε στον «Ηρακλή» και το χαρτοφυλάκιο Mexico αξίας 5,1 δισ. λαμβάνοντας πρόσθετη εγγύηση ύψους 1,5 δισ., ενώ τιτλοποιήσεις ύψους 14,3 δισ. έχει εντάξει η Alpha Bank, εξασφαλίζοντας την εγγύηση του Δημοσίου για τους senior τίτλους που εξέδωσε, ύψους 5,4 δισ. Τη μεγαλύτερη «εξάρτηση» από τον «Ηρακλή» εμφανίζει η Τράπεζα Πειραιώς έχοντας εντάξει συνολικά μέχρι σήμερα τρεις τιτλοποιήσεις (Phoenix, Vega και Sunrise) αξίας 16,7 δισ., για τις οποίες έλαβε εγγυήσεις ύψους 6,1 δισ., ενώ το ποσό αναμένεται να φτάσει τα 18 δισ. ενόψει μιας ακόμη μικρότερης τιτλοποίησης που εκκρεμεί να ενταχθεί στον «Ηρακλή» εντός του 2022. Η Εθνική Τράπεζα, επίσης, έχει λάβει την εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου, ύψους 3,1 δισ., για την τιτλοποίηση Frontier αξίας 6,3 δισ., ενώ εκκρεμεί η ένταξη στον μηχανισμό μιας μικρότερης τιτλοποίησης αξίας 1,5 δισ. που εκτιμάται ότι θα κλείσει εντός του 2022. Τη συνδρομή του «Ηρακλή» επιδιώκει, τέλος, και η Attica Bank, που έχει ανακοινώσει τιτλοποιήσεις συνολικής αξίας 3 δισ.

Τα κόκκινα δάνεια «υπονομεύουν» τις χρηματοδοτήσεις

Επιφυλακτικότητα ως προς την ανάληψη πιστωτικού ρίσκου, που οδηγεί σε απροθυμία για την παροχή ρευστότητας στην οικονομία και τη χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, διαπιστώνει το Ελεγκτικό Συνέδριο στο πλαίσιο της έκθεσης που δημοσίευσε έπειτα από αίτημα της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής. Εκτός από την ηθική χαλάρωση λόγω καθυστερήσεων στη ρευστοποίηση των εξασφαλίσεων των κόκκινων δανείων, το πρόβλημα της περιορισμένης ρευστότητας αποδίδεται στα υψηλά μη εξυπηρετούμενα δάνεια και στην υψηλή αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση που συνθέτει τα κεφάλαια των τραπεζών και η οποία υποχρεώνει τις τράπεζες να «επιδιώκουν κέρδη από βέβαιες πηγές κερδοφορίας», ακολουθώντας «μια πολιτική που θα περιορίζει στο ελάχιστο το ενδεχόμενο ζημιών». Η έκθεση διαπιστώνει ως βασικό αίτιο της επιφυλακτικότητας των τραπεζών την αβεβαιότητα τόσο ως προς την εξέλιξη όσο και ως προς το ύψος των μη εξυπηρετούμενων δανείων, τα οποία παρά την προσαρμογή που έχει γίνει παραμένουν σε πολλαπλάσιο επίπεδο από τον μέσο όρο των ευρωπαϊκών τραπεζών. «Η παρουσία σημαντικών όγκων μη εξυπηρετούμενων δανείων στους ισολογισμούς των τραπεζών μειώνει την ικανότητά τους να εκπληρώνουν τη λειτουργία τους ως φορείς χορήγησης πιστώσεων στην πραγματική οικονομία και εμποδίζει την επιχειρησιακή ευελιξία και εν γένει την κερδοφορία», επισημαίνει το Ελεγκτικό Συνέδριο, υπονομεύοντας παράλληλα και την εμπιστοσύνη των επενδυτών. Βασική αδυναμία μέχρι σήμερα αποτέλεσε επίσης η έγκαιρη διάκριση των «στρατηγικών κακοπληρωτών» από τους πράγματι αδυνατούντες να εξυπηρετούν το δάνειό τους. Οπως συμπεραίνεται στην έκθεση, «το κενό αυτό σε συνδυασμό με την ανάγκη προστασίας της κύριας κατοικίας επιτείνει την επιφυλακτικότητα των τραπεζών να χορηγήσουν νέα δάνεια». Στην έκθεσή του το Ελεγκτικό Συνέδριο κάνει αναλυτική περιγραφή των μέτρων που έχει λάβει η πολιτεία για την εξασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας μέσω του ΤΧΣ, διαθέτοντας 40 δισ. ευρώ για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, καθώς και εγγυήσεις άνω των 20 δισ. ευρώ στο πλαίσιο του «Ηρακλή» για τη μείωση των κόκκινων δανείων. Παρά το γεγονός ότι το τραπεζικό σύστημα έχει ενισχυθεί από τον κρατικό μηχανισμό, το Ελεγκτικό Συνέδριο αναφέρει ότι οι καθαρές ροές χρηματοδότησης ήταν το 2021 σε αρνητικό έδαφος και τα ποσά χορηγηθέντων νέων δανείων ύψους 3,8 δισ. ευρώ για τις επιχειρήσεις και 1,1 δισ. για στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια «είναι μικρά» για το μέγεθος και τις ανάγκες της οικονομίας. Τα επιτόκια

Επιπλέον, όπως παρατηρεί το Ελεγκτικό Συνέδριο, «το επίμονα υψηλό επίπεδο μη εξυπηρετούμενων δανείων και ο αυξημένος πιστωτικός κίνδυνος που συνδέεται με ορισμένα είδη χορηγήσεων είναι πιθανόν να συμβάλουν σε υψηλότερα τραπεζικά επιτόκια χορηγήσεων. Οι επιχειρήσεις, και ιδίως οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, χαρακτηρίζονται από ευπάθειες που κληροδοτήθηκαν από την παρατεταμένη κρίση που αντιμετώπισε η Ελλάδα και είναι πιθανόν να επηρεάζονται αρκετά σοβαρά από τις οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας. Η αποκατάσταση του διαμεσολαβητικού ρόλου που επιτελεί ο τραπεζικός τομέας στη χρηματοδότηση των ελληνικών νοικοκυριών και επιχειρήσεων απαιτεί επομένως τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων που υλοποιούνται». Για παράδειγμα, η έγκαιρη και αποτελεσματική εφαρμογή του νέου κώδικα περί αφερεγγυότητας και η εξομάλυνση των εμποδίων για την αναγκαστική εκτέλεση εξασφαλίσεων, καθώς και η βελτίωση της αποτελεσματικότητας του δικαστικού συστήματος, μπορούν να στηρίξουν τη σύγκλιση των επιτοκίων χορηγήσεων προς τους μέσους όρους της ζώνης του ευρώ. Γενικότερα, η περαιτέρω μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, η αποκατάσταση της κερδοφορίας των τραπεζών και η βελτίωση της ικανότητάς τους να απορροφούν ζημίες θα βοηθούσε να ενισχυθεί η ικανότητα του τραπεζικού τομέα να επιτελεί τον διαμεσολαβητικό του ρόλο».

Οι τράπεζες έχουν μπροστά τους μεγάλες προκλήσεις, εκτιμά η ΤτΕ

Η αδύναμη κερδοφορία, η ανάγκη για ποσοτική αλλά και ποιοτική ενίσχυση του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας, λαμβάνοντας υπόψη και το υψηλό μερίδιο των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων στα κεφάλαια των τραπεζών και τον ακόμη υψηλό λόγο μη εξυπηρετούμενων δανείων, παραμένουν οι βασικές προκλήσεις για το τραπεζικό σύστημα, υπογραμμίζει η ΤτΕ, επισημαίνοντας παράλληλα ότι η αυξημένη διασύνδεση κρατικού και τραπεζικού τομέα εντείνει τόσο τους δημοσιονομικούς όσο και τους χρηματοπιστωτικούς κινδύνους. Η ΤτΕ κρούει επίσης τον κώδωνα του κινδύνου για το υψηλό επίπεδο του ιδιωτικού χρέους, το οποίο «παρά την αξιόλογη μείωση των μη εξυπηρετούμενων παραμένει και δεν εξαφανίζεται μέσω της μεταφοράς του χρέους από τους ισολογισμούς των τραπεζών στους επενδυτές». Γι’ αυτό είναι σημαντικό να μπορέσουν οι εταιρείες διαχείρισης (NPL Servicers) να διαχειριστούν με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο το απόθεμα των κόκκινων δανείων που έχουν αναλάβει, καθώς κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο τόσο για την αναδιάρθρωση βιώσιμων επιχειρήσεων όσο και για την επιτυχία του σχεδίου «Ηρακλής». Αυτό προϋποθέτει αξιοποίηση του μηχανισμού για την εξωδικαστική διευθέτηση οφειλών, των διατάξεων του πρόσφατου νόμου περί ρύθμισης οφειλών και παροχής δεύτερης ευκαιρίας, κυρίως όμως θα πρέπει οι εν λόγω εταιρείες να προσφέρουν βιώσιμες λύσεις ρύθμισης του ιδιωτικού χρέους σε πιστούχους με χαρακτηριστικά βιωσιμότητας, ώστε να διευκολυνθούν οι πιστούχοι αυτοί να επανέλθουν στην παραγωγική διαδικασία. Η πολιτεία θα πρέπει επίσης να φροντίσει ώστε να επιταχυνθεί η απονομή δικαιοσύνης και να αρθούν τα ποικίλα εμπόδια στην ομαλή εφαρμογή του μηχανισμού για την εξωδικαστική διευθέτηση οφειλών και των διατάξεων του νόμου για τη ρύθμιση οφειλών. 

Η κεφαλαιακή επάρκεια των ελληνικών τραπεζών επιδεινώθηκε το εννεάμηνο του 2021 λόγω των αυξημένων ζημιών που υποχρεώθηκαν να εγγράψουν στο πλαίσιο της εξυγίανσης των ισολογισμών τους και είναι χαρακτηριστικό ότι ο δείκτης κεφαλαίου κοινών μετοχών (CET1) και ο συνολικός δείκτης κεφαλαίου σε ενοποιημένη βάση υποχώρησαν και διαμορφώθηκαν στο τέλος Σεπτεμβρίου του 2021 σε 12,6% και 15,1%, αντίστοιχα (έναντι 14,6% και 16,3%, αντίστοιχα, τον Σεπτέμβριο του 2020). Ενσωματώνοντας την πλήρη επίδραση του Διεθνούς Προτύπου Χρηματοοικονομικής Αναφοράς 9, ο δείκτης CET1 διαμορφώθηκε σε 10,7% και ο συνολικός δείκτης σε 13,3%, έναντι 15,5% σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ενωσης (στοιχεία Ιουνίου 2021). Οπως επισημαίνει η ΤτΕ, την ίδια περίοδο επιδεινώθηκε περαιτέρω «η ποιότητα των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων των ελληνικών τραπεζών, καθώς οι οριστικές και εκκαθαρισμένες αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (Deferred Tax Credits – DTCs) διαμορφώθηκαν σε 14,4 δισ. ευρώ και αντιπροσωπεύουν το 62% των συνολικών εποπτικών ιδίων κεφαλαίων (έναντι 53% τον Δεκέμβριο του 2020)».