ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Εκτός Επιτροπής Ανταγωνισμού τηλεπικοινωνίες και ταχυδρομικές υπηρεσίες

Εκτός της δυνατότητας ελέγχου του κλάδου των τηλεπικοινωνιών και της αγοράς ταχυδρομικών υπηρεσιών, ούτε καν της χαρτογράφησης αυτών, μένει τελικά η Επιτροπή Ανταγωνισμού.

ektos-epitropis-antagonismoy-tilepikoinonies-kai-tachydromikes-ypiresies-561667033

Εκτός της δυνατότητας ελέγχου του κλάδου των τηλεπικοινωνιών και της αγοράς ταχυδρομικών υπηρεσιών, ούτε καν της χαρτογράφησης αυτών, μένει τελικά η Επιτροπή Ανταγωνισμού. Το τελικό νομοσχέδιο που κατατέθηκε αργά το βράδυ της Τρίτης στη Βουλή και πρόκειται να ψηφισθεί στα μέσα της επόμενης εβδομάδας, δεν προβλέπει τη διεύρυνση των αρμοδιοτήτων στους επίμαχους αυτούς τομείς, κάτι πάντως που είχε προαναγγελθεί και από τον υπουργό Ανάπτυξης. Από το κατατεθέν νομοσχέδιο απουσιάζει και η περίφημη έννοια του οικοσυστήματος –έννοια που υπήρχε στο αρχικό προς δημόσια διαβούλευση νομοσχέδιο– μέσω της οποίας η Επιτροπή Ανταγωνισμού θα μπορούσε εμμέσως να ασκήσει έλεγχο στους προαναφερθέντες κλάδους.

Υπενθυμίζεται ότι στο αρχικό νομοσχέδιο περιλαμβανόταν διάταξη που προέβλεπε την κατάχρηση ισχύος που διαθέτει επιχείρηση σε οικοσύστημα δομικής σημασίας για τον ανταγωνισμό στην ελληνική επικράτεια. Ως οικοσύστημα θα μπορούσε να θεωρηθεί μια πλατφόρμα που συνδέει οικονομικές δραστηριότητες διαφορετικών επιχειρήσεων και δινόταν η δυνατότητα από την Ε.Α. να ξεκινήσει αυτεπάγγελτα έρευνα. Υπό τη διάταξη αυτή θα μπορούσε η Ε.Α. να ελέγξει μια εταιρεία τηλεπικοινωνιών που δραστηριοποιείται και στην αγορά διανομής έτοιμων γευμάτων και δίνει, για παράδειγμα, δωρεάν χρόνο ομιλίας.

Το τελικό νομοσχέδιο δεν προβλέπει τη διεύρυνση των αρμοδιοτήτων της στους επίμαχους αυτούς τομείς.

Αποδεκτή δεν έγινε ούτε η πρόταση της Ε.Α. να συμμετέχουν στην επιλογή του προέδρου και του αντιπροέδρου της Αρχής και εμπειρογνώμονες από διεθνείς οργανισμούς και συγκεκριμένα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), κατά τα πρότυπα της επιλογής του προέδρου της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής. Αλλαγές, πάντως, σε σύγκριση με το υφιστάμενο καθεστώς υπάρχουν σε ό,τι αφορά την επιλογή των μελών της Ε.Α., αλλαγές που κρίνονται ότι μπορούν να ενισχύσουν το κύρος και την αξιοπιστία της. Κατ’ αρχάς αυξάνεται ο αριθμός των μελών της Ε.Α. από 8 σε 10 μέσω της αύξησης του αριθμού των εισηγητών από 4 που είναι σήμερα σε 6. Ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος της Ε.Α. θα εξακολουθήσουν να επιλέγονται ύστερα από εισήγηση του υπουργού Ανάπτυξης με πράξη υπουργικού συμβουλίου, η οποία εκδίδεται ύστερα από σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής. Η επιλογή, ωστόσο, των εισηγητών, των τακτικών μελών και των αναπληρωματικών θα γίνεται από τον υπουργό Ανάπτυξης με τη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, βάσει, όμως, καταλόγου υποψηφίων. Ο κατάλογος υποψηφίων θα καταρτίζεται από επιτροπή επιλογής και θα προκύπτει από ανοικτό διαγωνισμό, θα περιλαμβάνει εξεταστική διαδικασία, αλλά και κατάθεση ατομικού φακέλου. Η επιτροπή επιλογής, η οποία θα κάνει την πρώτη φάση επιλογής θα αποτελείται από τον πρόεδρο ή τον αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, από τον πρόεδρο ή τον αντιπρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, από τον πρόεδρο ή τον αντιπρόεδρο του ΑΣΕΠ, από έναν πρώην πρόεδρο ή αντιπρόεδρο της Ε.Α., από ένα μέλος ΔΕΠ ΑΕΙ με εξειδίκευση στο Δίκαιο του ανταγωνισμού και από ένα μέλος ΔΕΠ ΑΕΙ με εξειδίκευση στα Οικονομικά του ανταγωνισμού.

Σημαντική αλλαγή στη νομοθεσία κρίνεται η εισαγωγή του περίφημου άρθρου 1Α, οι διατάξεις του οποίου το προηγούμενο διάστημα φέρεται να προκάλεσαν αρκετές αντιδράσεις. Το άρθρο αυτό προβλέπει: α) μια επιχείρηση απαγορεύεται να προτείνει, να εξαναγκάζει, να παρέχει κίνητρα και να προσκαλεί με οποιονδήποτε τρόπο μια άλλη επιχείρηση να συμμετέχει σε «καρτέλ», β) απαγορεύεται η γνωστοποίηση από μια επιχείρηση σε ανταγωνιστές της ότι σκοπεύει να αυξήσει τις τιμές της (πρόκειται για το λεγόμενο price signalling). Η εν λόγω πρακτική μπορεί να γίνεται ακόμη και μέσω δημόσιων σχολίων. Σύμφωνα με ειδικούς σε θέματα ανταγωνισμού, η ρύθμιση αυτή μπορεί να αποτρέψει κάποιες αυξήσεις τιμών, θέμα κρίσιμο στην παρούσα συγκυρία, ενώ γενικώς συμβάλλει στην κάλυψη του νομικού κενού που υπήρχε για την καταπολέμηση της λεγόμενης «σιωπηρής συμπαιγνίας». Η εν λόγω ρύθμιση θεωρείται καινοτόμα για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, καθώς συναντάται στο Δίκαιο του ανταγωνισμού, όχι ευρωπαϊκών χωρών αλλά των ΗΠΑ και της Αυστραλίας.