Ρευστότητα σε επιχειρήσεις που είναι εκτός τραπεζών

Ρευστότητα σε επιχειρήσεις που είναι εκτός τραπεζών

Mε υψηλό επιτόκιο η νέα μορφή χρηματοδότησης από funds

4' 53" χρόνος ανάγνωσης

Το χρηματοδοτικό κενό που έχει δημιουργηθεί για όσες επιχειρήσεις έχουν κοκκινίσει τα δάνειά τους κατά το παρελθόν και έχουν αποκλειστεί από τον τραπεζικό δανεισμό καλείται να καλύψει η νέα μορφή χρηματοδότησης μέσω του δανείου «γέφυρας» (bridge finance) από ιδιωτικές πλατφόρμες επενδυτικών κεφαλαίων και capital providers, που βολιδοσκοπούν εντατικά τη συγκεκριμένη αγορά στη χώρα μας.

Πρόκειται για funds που δεν εμπλέκονται συνήθως στη διαδικασία της αναδιάρθρωσης του χρέους μιας επιχείρησης, αλλά μπορούν να την αναχρηματοδοτήσουν με φρέσκο χρήμα, έτσι ώστε παράλληλα με την εξυπηρέτηση του δανεισμού της στο επενδυτικό κεφάλαιο που το έχει αναλάβει, να εξασφαλίσει και νέο δανεισμό για να μπορέσει να ανακάμψει. Στις περιπτώσεις αυτές ουσιαστικό ρόλο παίζουν οι εταιρείες που διαχειρίζονται τα κόκκινα δάνεια, οι οποίες αναλαμβάνουν να τις φέρουν σε επαφή με επενδυτές που θα τις χρηματοδοτήσουν με κεφάλαια κίνησης ή θα χορηγήσουν επενδυτικά δάνεια. Το κόστος χρηματοδότησης δεν είναι φθηνό, αφού όπως εξηγούν στην «Κ» στελέχη της αγοράς, οι επιχειρήσεις που θα δανειοδοτηθούν είναι ουσιαστικά επιχειρήσεις υψηλού ρίσκου. Ετσι, το επιτόκιο μπορεί να διαμορφωθεί σε διπλάσια επίπεδα (π.χ. 8%-10%) σε σχέση με μια υγιή επιχείρηση και που δεν έχει βρεθεί κατά το παρελθόν στο κόκκινο, αλλά το δάνειο θα της εξασφαλίσει την έξοδό της από το τέλμα της έλλειψης ρευστότητας και έτσι θα μπορέσει να αναπτυχθεί και να βγει οριστικά από την κατηγορία των θνησιγενών επιχειρήσεων.

Οπως μάλιστα εξηγούν στελέχη της αγοράς, η λύση του bridge finance μπορεί να είναι μια μεταβατική κατάσταση, έως ότου η επιχείρηση ανακάμψει πλήρως και έπειτα από ένα εύλογο χρονικό διάστημα, π.χ. 2 ετών που είναι το κατώφλι προκειμένου ένα δάνειο να αποχαρακτηριστεί από μη εξυπηρετούμενο με βάση τους εποπτικούς κανόνες, δηλαδή να πρασινίσει και να επανέλθει στο τραπεζικό σύστημα. Η χρηματοδότηση μέσω capital providers δεν οδηγεί και στην εμπλοκή του fund στην επιχείρηση, όπως συμβαίνει με το private equity, χωρίς όμως αυτό να αποκλείεται εφόσον προκριθεί σαν λύση και συμφωνηθεί με την επιχείρηση. Το οικοσύστημα της ιδιωτικής χρηματοδότησης (private credit) είναι ιδιαίτερα αναπτυγμένο στο εξωτερικό και γιγαντώνεται και στην Ευρώπη όσο οι εποπτικοί κανόνες που διέπουν τις τράπεζες αυστηροποιούνται στη λογική της αποφυγής ενός bail in με χρήματα των καταθετών, περιορίζοντας τη δεξαμενή των επιχειρήσεων που έχουν πρόσβαση στον τραπεζικό δανεισμό.

Το πρόβλημα του μικρού αριθμού των αξιόχρεων (bankable) επιχειρήσεων αποδίδεται, σύμφωνα με τραπεζικές πηγές, σε δύο λόγους.

Το επιτόκιο του δανείου «γέφυρας» μπορεί να φτάσει το 8%-10%.

Ο πρώτος έχει να κάνει με την εκτεταμένη φοροδιαφυγή που υπάρχει σε μεγάλο αριθμό επαγγελματιών, οι οποίοι επειδή αποκρύπτουν εισοδήματα έχουν ουσιαστικά θέσει εαυτούς εκτός τραπεζικού συστήματος, γνωρίζοντας ότι το επίπεδο του δηλωθέντος εισοδήματος δεν μπορεί να στηρίξει το αίτημα για χρηματοδότηση.

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο έχουν περιοριστεί δραματικά οι αξιόχρεες επιχειρήσεις είναι οι μεγάλες τιτλοποιήσεις κόκκινων δανείων που υλοποίησαν οι τράπεζες μέσω του μηχανισμού των κρατικών εγγυήσεων του «Ηρακλή». Στις τιτλοποιήσεις αυτές έχει ενταχθεί ένα σημαντικό κομμάτι του ελληνικού επιχειρείν, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου δεν είναι πλέον βιώσιμο και οδηγείται σε ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων, δηλαδή σε πλειστηριασμό. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις από στελέχη των funds που έχουν επενδύσει τα τελευταία χρόνια στην αγορά των distress δανείων, πρόκειται για το 60%-70% και ο μόνος τρόπος για να επανέλθουν στην παραγωγική διαδικασία οι ιδιοκτήτες αυτών των επιχειρήσεων είναι μέσω πτώχευσης, μετά και την αλλαγή του νόμου για τη δεύτερη ευκαιρία και φυσικά μέσω ενός νέου ΑΦΜ που δεν θα βαρύνεται με οφειλές.

Εκτός από αυτές που δεν έχουν πιθανότητα διάσωσης, υπάρχει περίπου ένα 30% επιχειρήσεων (κάποιοι θεωρούν ότι ύστερα από 10 χρόνια διαιώνισης του προβλήματος, σήμερα το ποσοστό αυτό είναι χαμηλότερο), που υπό προϋποθέσεις θα μπορούσε να ανακάμψει, εφόσον όμως είχε πρόσβαση σε νέα χρηματοδότηση. Η εποπτική αρχή, δηλαδή ο SSM, απαγορεύει διά ροπάλου σε μια τράπεζα που τιτλοποίησε μέσω του «Ηρακλή» ένα κόκκινο δάνειο, να επαναχρηματοδοτήσει την ίδια επιχείρηση. Η αιτία είναι ότι με τον τρόπο αυτό ο επόπτης θέλει να κλείσει τον κύκλο της αθέτησης και ο ίδιος κίνδυνος να μην επανέλθει στην τράπεζα από την πίσω πόρτα. Ο κανόνας είναι αυστηρός και έχει να κάνει και με το γεγονός ότι σε μια τέτοια περίπτωση θα καταρρίπτονταν η κεφαλαιακή ελάφρυνση (Significant Risk Transfer) που πέτυχαν οι τράπεζες όταν η ελληνική πολιτεία διαπραγματεύτηκε τον μηχανισμό του «Ηρακλή» και το λεγόμενο μηδενικό risk weight assets, δηλαδή την πλήρη αποαναγνώριση από τον ισολογισμό της τράπεζας των δανείων που τιτλοποιούσε. Οποιαδήποτε παραβίαση αυτού του κανόνα θα έθετε τις τράπεζες σε ευθεία αντίθεση με τον επόπτη, εξηγούν στην «Κ» πηγές κοντά στη διαδικασία και είναι εκ των ων ουκ άνευ για να μη θεωρηθεί η τιτλοποίηση κρατική ενίσχυση (state aid).

Αντ’ αυτού ο επόπτης επιτρέπει σε μια άλλη, δηλαδή σε μια δεύτερη τράπεζα, να χρηματοδοτήσει μια επιχείρηση, το δάνειο της οποίας τιτλοποιήθηκε από την πρώτη, αλλά όπως υπογραμμίζουν στελέχη της αγοράς, αυτή η ευελιξία είναι κενό γράμμα. Τόσο η δομή της τραπεζικής αγοράς στη χώρα μας –λίγες μεγάλες τράπεζες που απορρόφησαν μικρότερες κατά τη διάρκεια της κρίσης της προηγούμενης δεκαετίας– όσο και η δομή του ίδιου του επιχειρείν που θέλει μια επιχείρηση να έχει οφειλές σε δύο, τρεις ή ακόμη και τέσσερις τράπεζες, έχουν ακυρώσει αυτό το παράθυρο ευκαιρίας που έδωσε ο επόπτης, με συνέπεια οι επιχειρήσεις αυτές να βρίσκονται αντιμέτωπες με άλλη μια χαμένη δεκαετία.

Εναλλακτικά στην αγορά των κόκκινων δανείων, που μετά την ολοκλήρωση όλων των μεγάλων τιτλοποιήσεων έχει πλέον διαμορφωθεί σε ό,τι αφορά τους βασικούς παίκτες της, αναπτύσσεται και η συζήτηση για την αναχρηματοδότηση των επιχειρήσεων από τα funds που έχουν αγοράσει τα τιτλοποιημένα δάνεια. Η λύση αυτή, που προϋποθέτει η εταιρεία που έχει αναλάβει να διαχειριστεί το δάνειο (servicers) πάρει σχετική άδεια, προκρίνεται για τις περιπτώσεις εξόφλησης της οφειλής και όχι τόσο για τη χορήγηση κεφαλαίου κίνησης ή επενδυτικού δανείου, που θα επέτρεπε στην επιχείρηση να αναπτύξει τη δραστηριότητά της. Ορισμένοι από τους μεγάλους servicers που είναι θυγατρικές επενδυτικών κεφαλαίων και άρα μπορούν να εξασφαλίσουν τα αναγκαία κεφάλαια εξετάζουν αυτή τη δυνατότητα, που προβλέπεται άλλωστε από τον νόμο και έχει πέσει και στο τραπέζι των συζητήσεων.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT