Άρθρο του Ν.Σ. Μαγγίνα στην «Κ»: Οι επιδόσεις της οικονομίας, ανάχωμα στους κινδύνους

Άρθρο του Ν.Σ. Μαγγίνα στην «Κ»: Οι επιδόσεις της οικονομίας, ανάχωμα στους κινδύνους

Οι επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας αποτέλεσαν θετική έκπληξη, καθώς η ανοδική τάση παρέμεινε σχεδόν αλώβητη στο ξέσπασμα της κρίσης στην Ουκρανία και στην επακόλουθη ανάφλεξη των πληθωριστικών πιέσεων με επίκεντρο την ενέργεια και τα τρόφιμα

4' 53" χρόνος ανάγνωσης

Οι επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας αποτέλεσαν θετική έκπληξη, καθώς η ανοδική τάση παρέμεινε σχεδόν αλώβητη στο ξέσπασμα της κρίσης στην Ουκρανία και στην επακόλουθη ανάφλεξη των πληθωριστικών πιέσεων με επίκεντρο την ενέργεια και τα τρόφιμα. Στην εξέλιξη αυτή συνετέλεσαν τόσο η ταχύτατη ανάκαμψη του τουρισμού, και γενικότερα της ζήτησης για υπηρεσίες, όσο και η ενεργοποίηση νέων μέτρων δημοσιονομικής στήριξης ως αντιστάθμισμα στις πρωτοφανείς ενεργειακές ανατιμήσεις. Η στήριξη κατευθύνθηκε κυρίως στα πιο αδύναμα νοικοκυριά και στις μικρές επιχειρήσεις, υποστηρίζοντας το διαθέσιμο εισόδημα και αποτρέποντας έκρηξη της αβεβαιότητας. Ενώ η αύξηση της ιδιωτική κατανάλωσης (+11% ετησίως, με προσθήκη 7,7 ποσοστιαίων μονάδων στη μεταβολή του ΑΕΠ στο β΄ τρίμηνο) μπορεί να εξηγήσει εξ ολοκλήρου την επίδοση του β΄ τριμήνου και οι επενδύσεις, ειδικά στις κατασκευές, ήταν ισχυρές, ταυτοχρόνως και οι εξαγωγές διαδραμάτισαν κομβικό ρόλο. Τουρισμός, ναυτιλία και ανθεκτικές εξαγωγές αγαθών (+20,8% ετησίως, συνολικά το β΄ τρίμηνο, σε σταθερές τιμές) υπεραντιστάθμισαν την ανοδική τάση του όγκου των συνεχώς ακριβότερων εισαγωγών, μηδενίζοντας τη δυνητικά σημαντική αρνητική επίδραση στο ΑΕΠ. Δεδομένου ότι το γ΄ τρίμηνο διατηρεί παρόμοια χαρακτηριστικά, με τη δημοσιονομική στήριξη να αυξάνεται περαιτέρω, η τρέχουσα τάση συμβαδίζει με ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης του πραγματικού ΑΕΠ το 2022 της τάξης του 5,5% με 6%, ακόμη και αν υπάρξει σημαντική κάμψη της δραστηριότητας το δ΄ τρίμηνο του έτους. Ομως, ενόψει κλιμακούμενων ενεργειακών προκλήσεων, και επερχόμενης αποδυνάμωσης των οικονομιών στην Ευρωζώνη, μια σημαντική επιβράδυνση στα τέλη του 2022 και στις αρχές του 2023 είναι αναμενόμενη.

Ωστόσο, ευελπιστώ ότι αν ξεπεράσουμε, υπό πίεση αλλά χωρίς δραματικές αναταράξεις, τον δύσκολο ενεργειακό και γεωπολιτικό χειμώνα, τότε πολλά πράγματα μπορούν να αλλάξουν στον ενεργειακό σχεδιασμό αλλά και στην αντίληψη των αγορών. Αυτό είναι ακόμη πιο κομβικό στην περίπτωση του αερίου για το οποίο στην Ε.Ε. πλέον έχει κυριαρχήσει ο πανικός, με τις τιμές να προεξοφλούν ήδη πλήρη διακοπή ροών από τη Ρωσία χωρίς ούτε μερική αναπλήρωση ούτε εξοικονόμηση. Η πρόθεση για νέες παρεμβάσεις και συντονισμένες κινήσεις της Ε.Ε. στο ενεργειακό πεδίο είναι θετικές και αναμφισβήτητα υπάρχουν μεγάλες στρεβλώσεις στην ευρωπαϊκή αγορά, ωστόσο νομίζω ότι πρέπει να έχουμε χαμηλές προσδοκίες αναφορικά με την αποτελεσματικότητα επιβολής, διοικητικά καθορισμένων, μέγιστων τιμών σε ένα διεθνώς εμπορεύσιμο αγαθό. Μπορεί να περιορισθούν τιμολογιακές αποκλίσεις σε σχέση με άλλες περιοχές που διακινείται το φυσικό αέριο, όπως η Ασία, αλλά είναι αδύνατον να συμπιεστεί άμεσα και σημαντικά η τιμή για ένα αγαθό το οποίο είναι, εκ των πραγμάτων, σε έλλειψη στην Ευρώπη αν δεν προηγηθεί σημαντική μείωση στην κατανάλωσή του. Η εμπειρία της Ισπανίας και της Πορτογαλίας με τέτοιου είδους μέτρα στο φυσικό αέριο είναι δύσκολα εφαρμόσιμη σε επίπεδο Ε.Ε. και η επιτυχία είναι μάλλον φαινομενική, καθώς σε ορούς τελικών τιμών καταναλωτή και σχετικό δημοσιονομικό κόστος δεν διαγράφονται σημαντικά οφέλη, ενώ παράλληλα, η κατανάλωση αερίου δεν μειώνεται σε αυτές τις χώρες.

Οσον αφορά την ελληνική οικονομία έχουμε επίσης να ανησυχούμε και για τις επιπτώσεις των δυσμενών εξελίξεων στην Ε.Ε. στην εξωτερική ζήτηση για ελληνικά αγαθά, αλλά κυρίως για τον τουρισμό σε βασικές μας αγορές όπως η Γερμανία. Αν η κρίση οριοθετηθεί μέχρι την άνοιξη, και παρότι οι ενεργειακές τιμές θα παραμείνουν σε υψηλό επίπεδο, εκτιμώ ότι οι όποιες επιπτώσεις θα μετριαστούν.

Η δυνατότητα γενικευμένης στήριξης περιορίζεται και η σημαντική επιβράδυνση στα τέλη του 2022 και στις αρχές του 2023 είναι αναπόφευκτη.

Για μια χώρα με αυξανόμενη εξωστρέφεια, αλλά και παραδοσιακά υψηλή εξάρτηση σε εισαγωγές, κρίσιμων για την παραγωγή αγαθών και πρώτων υλών, η φύση της τρέχουσας κρίσης που έχει στο επίκεντρο την έκρηξη του εισαγόμενου πληθωρισμού είναι εξ ορισμού ζημιογόνα. Ωστόσο, ο υγιής ελληνικός επιχειρηματικός τομέας είχε ισχυρές άμυνες: α) τη φειδωλή στρατηγική που υιοθέτησε και την προσαρμοστικότητα που σφυρηλάτησε μέσα στην πολυετή κρίση, β) τις επώδυνες αναδιαρθρώσεις και την ισχυροποίηση των εταιρειών που παρέμειναν βιώσιμες κι έγιναν ισχυρότερες στους κλάδους τους, γ) το πλεονέκτημα ότι για πρώτη φορά εδώ και 14 περίπου χρόνια η εγχώρια ζήτηση είναι ισχυρότερη από αυτήν στην Ε.Ε. και ότι η τιμολογιακή ισχύς των επιχειρήσεων έχει ενισχυθεί σε πολλούς κλάδους, δ) καλύτερες συνθήκες ρευστότητας, με 15 δισ. καθαρών ροών τραπεζικών πιστώσεων να έχουν διοχετευθεί από τράπεζες και περίπου 4 δισ. ευρώ από τις αγορές εταιρικών ομολόγων τα τελευταία 2,5 χρόνια, χωρίς να προσμετρούμε τη ρευστότητα μέσω επιστρεπτέας προκαταβολής. Στο α΄ εξάμηνο του 2022 η συνολική επιχειρηματική κερδοφορία που περιλαμβάνεται στο ΑΕΠ (συμπεριλαμβάνοντας και το εισόδημα από άτυπη επιχειρηματικότητα) κατέγραψε νέα σημαντική άνοδο 14% ετησίως, ανερχόμενη στο υψηλότερο επίπεδο από το β΄ εξάμηνο του 2011, (9 δισ. υψηλότερα στο α΄ εξάμηνο του 2022 από το α΄ εξάμηνο του 2019), αποτυπώνοντας τις ικανότητες προσαρμογής των υγιών επιχειρήσεων στο αυξανόμενο κόστος. Οι ανωτέρω τάσεις προφανώς υποκρύπτουν τεράστιες ανισορροπίες, με πλήθος επιχειρήσεων στα όρια της επιβίωσης να δέχονται νέο χτύπημα, ενώ εύρωστες επιχειρήσεις μπορεί να δοκιμαστούν σύντομα από τις εντεινόμενες αναταράξεις της ενεργειακής κρίσης. Ευελπιστώ ότι, στον βαθμό που δεν βιώσουμε περαιτέρω ενεργειακή και γεωπολιτική επιδείνωση, ο ανθεκτικός πυρήνας των ελληνικών επιχειρήσεων θα μπορέσει να ξεπεράσει με μικρές απώλειες και τη νέα δοκιμασία.

Ο στόχος της απόκτησης επενδυτικής βαθμίδας –που γίνεται ακόμη πιο επιτακτικός και στo πλαίσιo της προσπάθειας αντιστάθμισης της ανόδου των επιτοκίων διεθνώς– δυσχεραίνεται, αλλά δεν αναιρείται. Για τον χρονικό ορίζοντα που λαμβάνουν υπόψη οι αξιολογικοί οίκοι, οι περισσότερες μακροοικονομικές προϋποθέσεις φαίνεται να πληρούνται, με τον ρυθμό ανάπτυξης να είναι ισχυρότερος του αναμενομένου, τα κόκκινα δάνεια να έχουν συρρικνωθεί, το έλλειμμα να παραμένει υπό έλεγχο –παρά τις αυξημένες ανάγκες στήριξης που εν πολλοίς χρηματοδοτούνται από ισχυρότερα φορολογικά έσοδα– και το δημόσιο χρέος, μέσω και του διψήφιου ρυθμού ονομαστικής ανάπτυξης, να οδηγείται σε νέα σημαντικότατη μείωση ως ποσοστό του ΑΕΠ ακόμη και κάτω από το 170% από 206% το 2020. Ωστόσο, οι προαναφερόμενοι παράγοντες αβεβαιότητας που επιδρούν στην οικονομία και στις επιχειρήσεις, καθώς και άλλοι αστάθμητοι παράγοντες, θα μπορούσαν να ωθήσουν τους αξιολογικούς οίκους σε στάση αναμονής μέχρι να αποτυπωθούν οι πολύπλευρες επιπτώσεις της αναμενόμενης κορύφωσης της ενεργειακής κρίσης και οι αντιδράσεις/προσαρμογές σε επίπεδο Ε.Ε. αλλά και ΕΚΤ καθώς και η τροπή κρίσιμων γεωπολιτικών εξελίξεων.

* Ο κ. Νίκος Σ. Μαγγίνας είναι επικεφαλής οικονομολόγος της Εθνικής Τράπεζας.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT