Άρθρο του Θ. Πελαγίδη στην «Κ»: Υπερθέρμανση σε περιβάλλον επιδείνωσης

Άρθρο του Θ. Πελαγίδη στην «Κ»: Υπερθέρμανση σε περιβάλλον επιδείνωσης

Ο ρυθμός οικονομικής μεγέθυνσης για το α΄ εξάμηνο του 2022 πλησίασε το 8%. Πρόκειται για μια επίδοση που πραγματοποιείται πάνω στην υψηλή βάση του 2021, γεγονός το οποίο δεν έχει επαρκώς επισημανθεί

2' 57" χρόνος ανάγνωσης

Ο ρυθμός οικονομικής μεγέθυνσης για το α΄ εξάμηνο του 2022 πλησίασε το 8%. Πρόκειται για μια επίδοση που πραγματοποιείται πάνω στην υψηλή βάση του 2021, γεγονός το οποίο δεν έχει επαρκώς επισημανθεί. Αξιοσημείωτο επίσης είναι το γεγονός ότι συνεχίζει ακάθεκτη η παράλληλη πορεία της δυναμικής οικονομικής μεγέθυνσης και του πληθωρισμού. Συνήθως η μείωση της αγοραστικής δύναμης που συνεπάγεται ο υψηλός πληθωρισμός φρενάρει την οικονομική μεγέθυνση, αλλά κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί προσώρας. Υπάρχει η εκτίμηση ότι οι αυξημένες τουριστικές εισπράξεις λειτουργούν ως εξωγενής, αναπάντεχος στο μέγεθος αυτό, επιταχυντής του ΑΕΠ, αλλά τα εξαμηνιαία επίσημα στοιχεία μέχρι και τον Ιούνιο έδειξαν μειωμένες εισπράξεις σε σύγκριση με το 2019, κατά 5,3% περίπου. Αλλη εκτίμηση είναι ότι νοικοκυριά και επιχειρήσεις διαθέτουν αποθέματα αποταμιεύσεων από τις πρωτοφανείς πράγματι κρατικές βοήθειες της προηγουμένης περιόδου, αλλά τα στοιχεία δείχνουν ότι οι αποταμιεύσεις συνεχίζουν την ανοδική τους πορεία ακάθεκτες, κατά 5 δισ. περισσότερες τον Ιούλιο του 2022 σε σχέση με τον Ιανουάριο του 2022. Πολύ πιο πιθανή είναι η εκτόξευση της παραοικονομίας, αφού η τεράστια ετήσια διαφορά του διαθέσιμου εισοδήματος (+3,8%) και της καταναλωτικής δαπάνης (+25,9%) μόνο για το 1ο τρίμηνο του 2022 είναι πραγματικά δυσεξήγητη. Μια συμπληρωματική πάντως ερμηνεία είναι η αύξηση της κυκλοφορίας του χρήματος που συνοδεύει τον πληθωρισμό. Καθώς οι τιμές αυξάνονται, απαιτούν όλο και περισσότερο χρήμα (Μ2) για να «πληρωθούν», διότι νοικοκυριά και επιχειρήσεις, αντιλαμβανόμενα τον «εμπεδωμένο πληθωρισμό», επισπεύδουν τις αγορές τους πιθανολογώντας υψηλότερες ή έστω υψηλές τιμές στο μέλλον.

Τον Ιούλιο μάλιστα, πρώτο μήνα του γ΄ τριμήνου, οι καλές ειδήσεις συνεχίζονται σε μια σειρά τομέων. Γι’ αυτούς που παραδοσιακά ανησυχούν για τη βιομηχανική παραγωγή, η τελευταία αυξήθηκε κατά 7% σε ετήσια βάση τον Ιούλιο του 2022, λόγω κυρίως της αύξησης της μεταποιητικής παραγωγής (4,1% σε ετήσια βάση). Γι’ αυτούς που –παρά την ισχυρή επίδοση των εξαγωγών– ανησυχούν για το αυξανόμενο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, μεταξύ των οποίων είναι και ο υπογράφων, πρέπει πάντως κανείς να λάβει υπόψη και τον διαφορικό ρυθμό μεγέθυνσης με τους εμπορικούς μας εταίρους. Με την υπόθεση των ίσων ελαστικοτήτων, η διαφορά εισαγωγών – εξαγωγών θα περίμενε κανείς να είναι μεγαλύτερη, αφού η ελληνική δαπάνη ιδιωτικού και δημόσιου τομέα που τροφοδοτεί τις εισαγωγές μας είναι σχεδόν διπλάσια της αντίστοιχης δαπάνης της αλλοδαπής. Με άλλα λόγια, εμείς λόγω της πολύ υψηλότερης μεγέθυνσης του ΑΕΠ αγοράζουμε/δαπανούμε αναλογικώς πολύ περισσότερο απ’ ό,τι οι εμπορικοί μας εταίροι αγοράζουν από εμάς. Η παρατηρούμενη, λοιπόν, σοβαρή επιδείνωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών δεν οφείλεται στη χειροτέρευση της ανταγωνιστικότητάς μας, αλλά περισσότερο στην υπερθέρμανση της οικονομίας. Ακόμη μία απόδειξη αυτού είναι και η πολύ πρόσφατη ανακοίνωση της ΕΛΣΤΑΤ σχετικώς με τις κενές θέσεις εργασίας, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 123,7% (27.246) το 2ο τρίμηνο του 2022 σε σχέση με το αντίστοιχο του 2021, εξαιρουμένου μάλιστα του πρωτογενούς τομέα με τις γνωστές μεγάλες ελλείψεις σε εργατικά χέρια. Σχετικώς με τον αγροτικό τομέα, πάντως, η κατάσταση, σύμφωνα με τα αποτελέσματα απογραφής 2021 (ΕΛΣΤΑΤ), οι χρησιμοποιούμενες γεωργικές εκτάσεις την περίοδο 2020/2009 μειώθηκαν κατά -18,8%, ποσοστό που καταδεικνύει τα σχετικά επιδεινούμενα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας: δημογραφικό, προβληματική αγορά εργασίας, διαρθρωτικό εκπαιδευτικό πρόβλημα δεξιοτήτων, ερήμωση της υπαίθρου.

Αύξηση καταθέσεων και παραοικονομία συντηρούν –προσώρας– την κατανάλωση και τον ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας.

Το ερώτημα είναι πόσο μπορεί να κρατήσει αυτή η υπερθέρμανση της ελληνικής οικονομίας σε ένα ταχύτατα επιδεινούμενο διεθνές οικονομικό περιβάλλον, επιδεινούμενο επιπροσθέτως και από την αναγκαστικώς επιθετική περιοριστική νομισματική πολιτική των κεντρικών τραπεζών. Προς το παρόν, το μόνο που γνωρίζουμε είναι ότι η μετάδοση αυτής της νομισματικής πολιτικής στην πραγματική οικονομία θα πάρει κάποιους μήνες.

* Ο κ. Θεόδωρος Πελαγίδης είναι υποδιοικητής της ΤτΕ και καθηγητής Οικονομικής Ανάλυσης στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT