ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Εκρηξη των απευθείας αναθέσεων καταγγέλλουν οι εργολάβοι

04sate100

Πολλαπλασιασμό των περιστατικών αδιαφάνειας στους διαγωνισμούς δημοσίων έργων προβλέπει η διοίκηση του ΣΑΤΕ (Πανελλήνιος Σύνδεσμος Τεχνικών Εταιρειών), μετά τις νέες τροποποιήσεις που πραγματοποιήθηκαν στο σχετικό θεσμικό πλαίσιο, το οποίο από το 2016 που ψηφίστηκε και μέχρι σήμερα έχει υποστεί εκατοντάδες αλλαγές. Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΣΑΤΕ Γιώργο Βλάχο, «τα βήματα που η πολιτεία όφειλε να δρομολογήσει για την εξασφάλιση της διαφάνειας στην παραγωγή δημοσίων έργων, όχι μόνο δεν γίνονται αλλά παρατηρούνται φαινόμενα σκανδαλώδους νομοθέτησης, δίνοντας το σύνθημα για γενική ρεμούλα».

Οπως τόνισε ο κ. Βλάχος, με την πρόσφατη ψήφιση του άρθρου 43 του ν. 4605/2019 θεσπίστηκαν η –ουσιαστικά– πλήρης απελευθέρωση των απευθείας αναθέσεων, χωρίς κάποιο όριο προϋπολογισμού και η ταυτόχρονη κατάργηση χρήσης του ΕΣΗΔΗΣ (πρόκειται για το σύστημα ηλεκτρονικών δημοπρατήσεων). Αρκεί το έργο που θα ανατεθεί να χαρακτηριστεί «κατεπείγον» από την αναθέτουσα αρχή.

Σύμφωνα με τον κ. Βλάχο, «έχουμε καταφέρει το σύστημα των ηλεκτρονικών δημοπρασιών (ΕΣΗΔΗΣ), που στοίχισε 9 εκατ. ευρώ στο ελληνικό Δημόσιο, να καταλήγει να είναι πιο γραφειοκρατικό από ό,τι ο παλαιός κλασικός τρόπος δημοπράτησης».

Παράλληλα, από την εφαρμογή του ν. 4412/2016 για τις δημόσιες συμβάσεις, o ΣΑΤΕ διαπιστώνει ότι μεγάλο πλήθος αναθετουσών αρχών ερμηνεύει τις διατάξεις με τέτοιο τρόπο, ώστε σχεδόν να φωτογραφίζει τους συμμετέχοντες, γεγονός που έχει επισημανθεί στο υπουργείο Υποδομών και την ΕΑΑΔΗΣΥ, επανειλημμένως (περισσότερες από 60 καταγγελίες του ΣΑΤΕ το τελευταίο έτος), χωρίς έμπρακτο αποτέλεσμα. Με τη σειρά του, ο κ. Γιώργος Συριανός, πρόεδρος του ΣΤΕΑΤ, που εκπροσωπεί τις εταιρείες ανώτατης τάξης εργοληπτικού πτυχίου, στάθηκε στην προσπάθεια των φορέων του κλάδου για την άμεση αντιμετώπιση του φαινομένου των υπερβολικών εκπτώσεων (ασυνήθιστα χαμηλών προσφορών), που αποτελεί πλέον μάστιγα. Στο πλαίσιο αυτό, οι φορείς του κλάδου ετοιμάζουν πρόταση νομοθετικής ρύθμισης του ζητήματος, μέσω του καθορισμού ενός πραγματικά αντικειμενικού μέτρου για το κόστος του έργου. Παράλληλα, θα απαιτηθεί και η θεσμοθέτηση του εθνικού συστήματος τεχνικών προδιαγραφών και τιμολόγησης των τεχνικών έργων.