ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Οι δεσμοί με τους πελάτες είναι η δύναμη των οικογενειακών επιχειρήσεων

gkat_26_0211_page_1_image_0002

Την ανάγκη να υιοθετήσουν οι ελληνικές οικογενειακές επιχειρήσεις τις βέλτιστες πρακτικές εταιρικής διακυβέρνησης επισημαίνει  σε συνέντευξή του στην «Κ» ο Μάρνιξ φαν Γέι, ανώτερος σύμβουλος οικογενειακών επιχειρήσεων της ΕΥ (πρώην Ernst & Young). Για να εξασφαλίσουν μακροπρόθεσμα τη βιωσιμότητά τους, προσθέτει ότι αυτές θα πρέπει, πέρα από την αντιμετώπιση ζητημάτων εταιρικής διακυβέρνησης, να προσεγγίσουν το θέμα της διαδοχής με έναν μη συναισθηματικό τρόπο. Κατά τον ίδιο, τα «γονίδια» δεν αποτελούν προσόν αρκετό για τη διαδοχή μιας οικογενειακής επιχείρησης, αφού σημαντική προϋπόθεση είναι και η κατάλληλη προετοιμασία των διαδόχων μέσω της απόκτησης εξωτερικής εμπειρίας πριν την ένταξή τους στην εταιρεία. Οσο για τους φορολογικούς συντελεστές στην Ελλάδα, προτείνει αυτοί να προσεγγίσουν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, τονίζοντας ωστόσο ότι η επανεξέτασή τους δεν αποτελεί τη μοναδική προϋπόθεση για την περαιτέρω ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας και την προσέλκυση επενδυτών.

– Οι ελληνικές επιχειρήσεις στη συντριπτική τους πλειονότητα είναι οικογενειακές. Ωστόσο, κάποιες δεν κατορθώνουν να επιβιώσουν σε βάθος χρόνου. Εντοπίζετε κάποιες αδυναμίες σε επίπεδο διοίκησης, εταιρικής διακυβέρνησης αλλά και διαδοχής; Τι βελτιωτικές κινήσεις μπορούν να γίνουν για να διατηρήσουν την ανθεκτικότητά τους;

– Σε παγκόσμιο επίπεδο, μόνο το 30% των επιχειρήσεων επιβιώνει μετά τη δεύτερη γενιά, το 13% μετά την τρίτη γενιά και μόνο το 3% στις επόμενες. Αυτό δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Το ίδιο ισχύει και για πολλές πολυμετοχικές εταιρείες. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, τη «φούσκα» των εταιρειών τεχνολογίας της προηγούμενης δεκαετίας. Στην πραγματικότητα, οι οικογενειακές επιχειρήσεις έχουν σχεδιαστεί για να αντέχουν στον χρόνο, δεδομένου ότι τείνουν να υιοθετούν μια πιο μακροπρόθεσμη οπτική των πραγμάτων, αντί να εστιάζουν μόνο στα οικονομικά αποτελέσματα του επόμενου τριμήνου. Δεν νομίζω ότι θα έπρεπε να είναι κανείς πολύ αυστηρός με τις ελληνικές οικογενειακές επιχειρήσεις οι οποίες δεν κατάφεραν να επιβιώσουν, έχοντας κατά νου ότι αντιμετώπιζαν μια άνευ προηγουμένου οικονομική κρίση την τελευταία δεκαετία και χωρίς να διαθέτουν τους πόρους μιας μεγάλης πολυεθνικής. Ωστόσο, έχετε δίκιο όταν επισημαίνετε ότι τα ζητήματα διακυβέρνησης και διαδοχής, αν δεν αντιμετωπιστούν σωστά, μπορούν να οδηγήσουν τις οικογενειακές επιχειρήσεις στην αποτυχία. Πράγματι, οι οικογενειακές επιχειρήσεις στην Ελλάδα –όπως και παγκοσμίως– πρέπει να υιοθετήσουν τις βέλτιστες πρακτικές εταιρικής και οικογενειακής διακυβέρνησης και να προσεγγίσουν το θέμα της διαδοχής με έναν δομημένο, μη συναισθηματικό τρόπο. Σε αυτό το πλαίσιο, βρέθηκα αυτές τις ημέρες στην Ελλάδα, με αφορμή την παρουσίαση του προγράμματος Family Business που ανέπτυξαν από κοινού η EY και η Eurobank, με στόχο να βοηθήσουν τις ελληνικές οικογενειακές επιχειρήσεις να αντιμετωπίσουν επιτυχώς τις σημερινές προκλήσεις, για να διασφαλίσουν μακροπρόθεσμα τη βιωσιμότητά τους.

– Εκτιμάτε ότι η διοίκηση μιας οικογενειακής επιχείρησης θα πρέπει να «κληρονομείται» προκειμένου να εξασφαλιστεί η ομαλή της λειτουργία;

– Η διαδοχή σε μια οικογενειακή επιχείρηση είναι ένα περίπλοκο ζήτημα με πολλές συναισθηματικές, οικονομικές και νομικές παραμέτρους. Η προσδοκία ότι μια οικογενειακή επιχείρηση θα συνεχίσει να διευθύνεται από τις μελλοντικές γενιές είναι φυσική, και είναι αυτή ακριβώς που δημιουργεί τη μακροπρόθεσμη προοπτική τους. Από την άλλη, οι ιδιοκτήτες οικογενειακών επιχειρήσεων αναγνωρίζουν σήμερα ότι τα γονίδια, από μόνα τους, δεν αποτελούν προσόν αρκετό για να εξασφαλίσει μια διευθυντική θέση. Συνεπώς, είναι εξαιρετικά σημαντική η κατάλληλη προετοιμασία των διαδόχων – ιδανικά με την απόκτηση εξωτερικής εμπειρίας πριν από την ένταξή τους στην εταιρεία. Ωστόσο, μεγαλύτερη σημασία από τα πρόσωπα έχει η διαδικασία της διαδοχής, η οποία θα πρέπει να ξεκινάει νωρίς και να ακολουθεί διαφανείς και κατανοητούς, από όλους, κανόνες.

– Ποια τα πλεονεκτήματα και ποια τα μειονεκτήματα των οικογενειακών επιχειρήσεων;

– Η βασική δύναμη των οικογενειακών επιχειρήσεων είναι η μακροπρόθεσμη προοπτική τους, που απορρέει από την εγγενή ανάγκη των ιδιοκτητών να αφήσουν πίσω τους μια θετική κληρονομιά. Αυτό οδηγεί σε σταθερότητα,  προσαρμοστικότητα και αντοχή στις δυσκολίες. Επίσης, οι οικογενειακές επιχειρήσεις είναι πολύ πιο στενά δεμένες με τους ανθρώπους τους και τους πελάτες τους. Από την άλλη πλευρά, η μεγαλύτερη πρόκληση είναι η προσέλκυση και διαχείριση του ανθρώπινου κεφαλαίου, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση επιτυχίας μιας οικογενειακής επιχείρησης, καθώς η αντίληψη ότι ένας «ξένος» δεν θα φτάσει ποτέ στην κορυφή δρα ως αποτρεπτικός παράγοντας για την προσέλκυση άξιων στελεχών. Η εμπειρία δείχνει ότι οι οικογενειακές επιχειρήσεις με τις καλύτερες επιδόσεις είναι εκείνες που υιοθετούν σωστούς κανόνες εταιρικής και οικογενειακής διακυβέρνησης, καθώς και αυτές που κατανοούν τη σημασία της ορθής διαχείρισης του ανθρώπινου δυναμικού.

– Θα συνιστούσατε να μπει η Ελλάδα στην κούρσα του φορολογικού ανταγωνισμού, με στόχο να προσελκύσει επενδύσεις και να τονώσει την ανάπτυξη και την κατανάλωση;

– Ο διεθνής ανταγωνισμός για την προσέλκυση επενδύσεων μέσω της μείωσης των φορολογικών συντελεστών είναι μια πραγματικότητα την οποία η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να αγνοήσει. Σήμερα, η φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα είναι υψηλότερη από όσο στις περισσότερες χώρες τις οποίες ανταγωνίζεται άμεσα, και καλό θα ήταν να κινηθεί προς τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Πράγματι, η πρόσφατη μελέτη  «EY Attractiveness Survey: Ελλάδα», η οποία καταγράφει τις απόψεις και προθέσεις των επενδυτών διεθνώς, διαπίστωσε ότι η φορολογία βρίσκεται στην πρώτη θέση μεταξύ των ζητημάτων που πρέπει να αντιμετωπίσει η Ελλάδα προκειμένου να αυξήσει την ελκυστικότητά της ως επενδυτικού προορισμού. Ωστόσο, η φορολογία είναι ένα μικρό μέρος του προβλήματος. Σημαντικές προτεραιότητες αποτελούν και η ενίσχυση της εκπαίδευσης και των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού, η στήριξη της καινοτομίας και των νέων τεχνολογιών, η βελτίωση των υποδομών και, φυσικά, η καταπολέμηση της γραφειοκρατίας. Καταλαβαίνω ότι τα ζητήματα αυτά αποτελούν σήμερα προτεραιότητα, οπότε είμαι αισιόδοξος ότι η Ελλάδα βρίσκεται στον σωστό δρόμο. Τούτου λεχθέντος, πρέπει να προσθέσω ότι, στο σημερινό ανταγωνιστικό περιβάλλον, η άρση των εμποδίων και η δημιουργία ενός ευνοϊκού επενδυτικού κλίματος δεν αρκούν για να προσελκύσουν επενδύσεις. Πρέπει να αναζητήσετε ενεργά τους επενδυτές, να κατανοήσετε τις ανάγκες τους, να τους παρουσιάσετε τις κατάλληλες ευκαιρίες και να τους πείσετε ότι η πρότασή σας είναι η πιο ελκυστική από όλες τις διαθέσιμες επιλογές.

– Αποτελούν εμπόδιο για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας οι υψηλοί φορολογικοί συντελεστές σε επιχειρήσεις αλλά και σε φυσικά πρόσωπα;

– Η Ελλάδα χρειάστηκε να αυξήσει δραστικά τους φόρους στο πλαίσιο των προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής. Λίγες χώρες έχουν πραγματοποιήσει μια τόσο δραματική προσαρμογή σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Σήμερα όμως, που η χώρα πετυχαίνει σταθερά πλεονάσματα, θα πρέπει να δοθεί έμφαση στην ανάπτυξη και ίσως θα πρέπει να επανεξεταστούν οι φορολογικοί συντελεστές, τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για τη φορολογία εισοδήματος, αν θέλετε να αντιστρέψετε το brain drain και να προσελκύσετε αξιόλογο ανθρώπινο δυναμικό. Επανερχόμενος στις οικογενειακές επιχειρήσεις, να σημειώσω ότι και η φορολογική αντιμετώπιση των κληρονομιών και των γονικών παροχών μπορεί να συμβάλει στη μακροβιότητά τους. Ωστόσο, οι φορολογικοί συντελεστές δεν είναι ο μόνος σημαντικός παράγοντας. Η σταθερότητα, η προβλεψιμότητα και η διαφάνεια του φορολογικού καθεστώτος είναι εξίσου σημαντικοί παράγοντες για την προσέλκυση σοβαρών επενδυτών.