ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Αντικίνητρο για επενδύσεις οι υψηλοί φόροι

gkat_26_1911_page_1_image_0002

Η υψηλή φορολογία, τα «απόνερα» της κρίσης, η αδιαφάνεια και η αναξιοκρατία, καθώς και το έλλειμμα ανθρώπινου δυναμικού, συνιστούν τις μεγαλύτερες δυσκολίες για τις επιχειρήσεις, σύμφωνα με την έρευνα γνώμης «Ο Σφυγμός του Επιχειρείν», που πραγματοποίησε για τρίτη συνεχή χρονιά το Παρατηρητήριο Επιχειρηματικού Περιβάλλοντος του ΣΕΒ σε συνεργασία με την MRB. Η έρευνα εστιάζει σε έξι κρίσιμες περιοχές για ένα σύγχρονο επιχειρηματικό περιβάλλον, οι οποίες είναι: α) ευκολότερη προσέλκυση επενδύσεων και εξασφάλιση της απαραίτητης χρηματοδότησης, β) σαφέστερο και ασφαλέστερο θεσμικό πλαίσιο, γ) μείωση της γραφειοκρατίας, δ) αναβάθμιση των ψηφιακών υπηρεσιών χωρίς «ηλεκτρονικοποίηση» της γραφειοκρατίας, ε) σύγχρονο πλαίσιο απασχόλησης και στ) στοχευμένες κινήσεις που αντιμετωπίζουν συγκεκριμένα εμπόδια.

Στη φετινή έρευνα καταγράφεται μια σαφής συνέχιση της βελτίωσης του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, όπως και του κλίματος σχετικά με την πορεία της χώρας και των ίδιων των επιχειρήσεων. Ωστόσο, καθώς οι περισσότεροι δείκτες αξιολόγησης του επιχειρηματικού περιβάλλοντος παραμένουν σε επίπεδα κοντά στη βάση, αναδεικνύονται, όπως παρατηρεί ο ΣΕΒ, και τα μεγάλα περιθώρια βελτίωσης. Τα σημαντικότερα εμπόδια στην καθημερινότητα των επιχειρήσεων για το 2019 με βάση την έρευνα είναι το ασταθές φορολογικό πλαίσιο (66,3%), η πολυνομία και το ασαφές θεσμικό πλαίσιο (46,8%), η αδυναμία πρόσβασης στη χρηματοδότηση και ο ακριβός δανεισμός (38,2%), η καθυστέρηση στην απονομή Δικαιοσύνης και το έλλειμμα χρηματοδοτικών και επενδυτικών κινήτρων (33,6%).

Στο ερώτημα πώς θα βελτιωθεί το μακρο-περιβάλλον της επιχειρηματικότητας, οι επιχειρήσεις απαντούν με σαφήνεια ότι προτεραιότητα πρέπει να είναι η μείωση των φορολογικών βαρών και η αξιοποίηση σύγχρονων και στοχευμένων επενδυτικών εργαλείων, δείχνοντας τον δρόμο για την κάλυψη του επενδυτικού κενού και τη βελτίωση της παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας και τελικά την επίτευξη υψηλών, βιώσιμων, ρυθμών ανάπτυξης που τόσο έχει ανάγκη η χώρα. Δίχως μείωση των φορολογικών συντελεστών και ουσιαστικά επενδυτικά εργαλεία που διευκολύνουν τη ρευστότητα των επιχειρήσεων, παρατηρεί χαρακτηριστικά ο ΣΕΒ, δεν πρόκειται να επιτευχθούν οι επιδιωκόμενοι ρυθμοί ανάπτυξης που έχει ανάγκη η χώρα. Για πρώτη φορά στην περίοδο 2017-2019 καταγράφεται υποχώρηση στον βαθμό ικανοποίησης των επιχειρήσεων από την ποιότητα και τη διαφάνεια των υπηρεσιών που λαμβάνουν από τον δημόσιο τομέα (από 6,1 σε 6 μονάδες και από 5,9 σε 4,9 μονάδες αντίστοιχα). Γι’ αυτό είναι κρίσιμο να συνεχιστεί η προσπάθεια εκσυγχρονισμού και αναβάθμισης των δημόσιων φορέων προκειμένου να αναποκρίνονται αποτελεσματικά στις πραγματικές ανάγκες των επιχειρήσεων. Επίκεντρο πρέπει να αποτελεί η ηλεκτρονική διακυβέρνηση, καθώς οι ψηφιακά ώριμοι φορείς του δημόσιου τομέα αξιολογούνται διαχρονικά θετικά από τις επιχειρήσεις. Αντίθετα, οι φορείς που υστερούν στις ψηφιακές τους υπηρεσίες λαμβάνουν πολύ χαμηλά ποσοστά ικανοποίησης.

Σε ό,τι αφορά τις μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις για τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος που προωθήθηκαν τα τελευταία χρόνια στο πλαίσιο των προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής, η έρευνα δείχνει ότι κατά τη γνώμη των επιχειρήσεων, τα αποτελέσματα αυτής της προσπάθειας δεν είναι ιδιαίτερα ικανοποιητικά. Συγκεκριμένα, ως προς την αναγκαιότητα επιλεγμένων μεταρρυθμίσεων μόνο μία –η ηλεκτρονική καταχώριση εταιρικών πράξεων στο ΓΕΜΗ– αξιολογείται ως πραγματικά αναγκαία για τη λειτουργία των επιχειρήσεων (46,7%).

Ποσοστά άνω του 20% λαμβάνουν, επίσης, η παραγραφή των φορολογικών αξιώσεων του Δημοσίου, ο εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών, η σύσταση της ΑΑΔΕ και η απελευθέρωση των αγορών όπως αυτή προωθήθηκε κυρίως μέσω των τριών έργων της εργαλειοθήκης του ΟΟΣΑ για τις συνθήκες ανταγωνισμού στη χώρα.