ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Φιλόδοξοι στόχοι από Πειραιώς για μείωση κόκκινων δανείων

Φιλόδοξοι στόχοι από Πειραιώς για μείωση κόκκινων δανείων

Φιλόδοξους στόχους θέτει η διοίκηση της Τράπεζας Πειραιώς μέσω του σχεδίου για τη μείωση των κόκκινων δανείων, που προβλέπεται να μειωθούν κατά 70% στην τριετία και συγκεκριμένα από 24 δισ. ευρώ που ήταν στα τέλη του 2019 σε κάτω από 8 δισ. ευρώ στο τέλος του 2022. Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων θα μειωθεί από το 49% στα τέλη του 2019 στο 29% στα τέλη του 2020 και στο 8% στα τέλη του 2022. Το σχέδιο της διοίκησης ανακοινώθηκε χθες στους αναλυτές από τον διευθύνοντα σύμβουλο του ομίλου κ. Χρήστο Μεγάλου και είναι εμπροσθοβαρές, καθώς προβλέπει ότι το μεγαλύτερο μέρος της μείωσης των κόκκινων δανείων, ύψους 11 δισ. ευρώ, θα επιτευχθεί εντός στο 2020, μέσω δύο τιτλοποιήσεων συνολικού ύψους 7 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό της διοίκησης μείωση άλλων 4 δισ. ευρώ κόκκινων δανείων θα προέλθει μέσα από οργανικές κινήσεις, δηλαδή ρυθμίσεις και διαγραφές, στόχος που θεωρείται ρεαλιστικός με βάση τις θετικές επιδόσεις του δ΄ τριμήνου του 2019, όπου καταγράφηκε ιστορικό χαμηλό αθετήσεων κόκκινων δανείων.

Η ζημία από τις δύο τιτλοποιήσεις υπολογίζεται λίγο πάνω από 1 δισ. ευρώ και σύμφωνα με τη διοίκηση της τράπεζας θα καλυφθεί από την έκδοση νέου ομολόγου μειωμένης εξασφάλισης  ύψους 500 εκατ. ευρώ και την κερδοφορία που θα «απελευθερωθεί» τόσο από τη μείωση των προβλέψεων που θα πετύχει η τράπεζα τα προσεχή τρίμηνα όσο και από την αύξηση των οργανικών εσόδων. Προκειμένου να αποτραπεί η αύξηση της συμμετοχής του Δημοσίου, που σήμερα ελέγχει το 26% του μετοχικού κεφαλαίου της τράπεζας, η Πειραιώς θα ακολουθήσει το μοντέλο της απόσχισης της τραπεζικής δραστηριότητας και της δημιουργίας εταιρείας holding. Στην εταιρεία holding που θα δημιουργηθεί και η οποία θα είναι εισηγμένη στο Χρηματιστήριο θα «περάσουν» το 100% των μετοχών της τράπεζας και οι τίτλοι μεσαίας και μειωμένης διαβάθμισης, που θα εκδοθούν στο πλαίσιο της τιτλοποίησης.

Η τράπεζα θα κάνει χρήση του μηχανισμού κρατικών εγγυήσεων «Ηρακλής», εντάσσοντας στο σχήμα τις δύο σχεδιαζόμενες τιτλοποιήσεις. Η πρώτη με την επωνυμία Phoenix περιλαμβάνει στεγαστικά δάνεια 2 δισ. ευρώ και η δεύτερη με την επωνυμία Vega περιλαμβάνει στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια ύψους 5 δισ. ευρώ. Οπως προκύπτει από τη χθεσινή παρουσίαση στους αναλυτές, το senior τμήμα των ομολόγων που θα εκδοθεί στο πλαίσιο της διπλής τιτλοποίησης και για το οποίο η Πειραιώς θα ζητήσει την κρατική εγγύηση θα είναι συνολικά 2 δισ. ευρώ (900 εκατ. και 1,1 δισ. ευρώ από τις δύο τιτλοποιήσεις). Το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης του σχεδίου προβλέπει ότι οι δεσμευτικές προσφορές για το χαρτοφυλάκιο Phoenix θα υποβληθούν από τους υποψήφιους επενδυτές τον Μάιο και για το χαρτοφυλάκιο Vega τον Σεπτέμβριο και η ολοκλήρωση των συναλλαγών τοποθετείται τον Ιούνιο και το Δεκέμβριο του τρέχοντος έτους.

Ο κ. Μεγάλου εμφανίστηκε αισιόδοξος για το ενδιαφέρον που θα υπάρξει από υποψήφιους επενδυτές για τις δύο τιτλοποιήσεις, σημειώνοντας ότι από τις επαφές που πραγματοποιούνται προκύπτει ότι υπάρχει «αυξημένο ενδιαφέρον τόσο στην Ευρώπη όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες για τα ελληνικά περιουσιακά στοιχεία». Αισιόδοξη υπήρξε επίσης η διοίκηση της τράπεζας ως προς το ζήτημα του μηδενικού ρίσκου που θα εξασφαλίσει από τις εποπτικές αρχές για το τμήμα των ομολόγων που θα εγγυηθεί το Δημόσιο.

Το αναθεωρημένο σχέδιο της Τράπεζας Πειραιώς φέρνει πιο κοντά τους στόχους που είχε θέσει η διοίκηση στο πλαίσιο του στρατηγικού πλάνου Agenda 2023, καθώς στοχεύει σε βελτίωση του δείκτη απόδοσης ιδίων κεφαλαίων στο 10% το 2022 από το 2023 που ήταν η προηγούμενη δέσμευση και μείωση του δείκτη κόστος προς έσοδα κάτω από το 50%. Ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας εκτιμάται ότι θα διατηρηθεί στο 15,5% από 16% στο τέλος εννεαμήνου του 2019 και όπως δήλωσε ο κ. Μεγάλου η Τράπεζα Πειραιώς προτίθεται να πληρώσει κανονικά το κουπόνι για τα Cocos στο τέλος της χρονιάς με μετρητά. Βασιζόμενη και στα θετικά στοιχεία του 2019, η διοίκηση της Τράπεζας Πειραιώς προβλέπει σημαντική αύξηση των χορηγήσεων τα επόμενα χρόνια και συγκεκριμένα κατά 5 δισ. ευρώ το 2020 και κατά 13 δισ. ευρώ τη διετία 2021-22, συμβάλλοντας στην αύξηση των εσόδων κατά 2,9% σε ετήσια βάση την προσεχή τριετία.