ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Τα όπλα των ελληνικών τραπεζών για να αντιμετωπίσουν τη νέα κρίση

ta-opla-ton-ellinikon-trapezon-gia-na-antimetopisoyn-ti-nea-krisi-2372739

Αντιμέτωπο με μία διπλή πρόκληση είναι το τραπεζικό σύστημα, στην προσπάθεια αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης που προκαλεί η πανδημία. Εκτός από τη διαχείριση της νέας γενιάς κόκκινων δανείων, ο ρόλος των τραπεζών θα είναι καταλυτικός για την έξοδο από την κρίση, διοχετεύοντας στην αγορά την απαιτούμενη ρευστότητα για την επανεκκίνηση της οικονομίας.

Τα όπλα που επιστρατεύονται υπό την καθοδήγηση των εποπτικών αρχών είναι ισχυρά και στοχευμένα για την αντιμετώπιση αφενός της αδυναμίας των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους και αφετέρου για να καλύψουν τις αυξημένες ανάγκες ρευστότητας, δίνοντας στις επιχειρήσεις πρόσβαση σε γραμμές πίστωσης για κεφάλαια κίνησης.

Τα μη εξυπηρετούμενα

Πρώτη στη λίστα των εργαλείων των εποπτικών αρχών είναι η ευελιξία σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση των νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων, δηλαδή αυτών που θα δημιουργηθούν από την εφαρμογή μορατόριουμ στις αποπληρωμές δανείων. Η ευελιξία δίνει τη δυνατότητα στις τράπεζες να προχωρήσουν σε γενικευμένες αναστολές πληρωμών, επιτρέποντάς τους να κατατάξουν όσα κόκκινα δάνεια δημιουργηθούν λόγω της κρίσης σε ξεχωριστή κατηγορία, χωρίς να απαιτείται για αυτά ο σχηματισμός πρόσθετων προβλέψεων. Αυστηρή προϋπόθεση για τη διακριτή μεταχείριση αυτών των δανείων είναι οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά για τα οποία θα υπάρξει αναστολή πληρωμών να ήταν μέχρι πρόσφατα, δηλαδή πριν από το ξέσπασμα της κρίσης, συνεπείς στις υποχρεώσεις τους προς τις τράπεζες.

Η ευελιξία αυτή θα βοηθήσει τις τράπεζες να μην εγγράψουν, τουλάχιστον για το 2020, ζημίες από αυξημένες προβλέψεις για την κάλυψη του πιστωτικού κινδύνου που συνεπάγεται η αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPEs). Η περίοδος χάριτος που δίνεται στις τράπεζες, θωρακίζει τα κεφάλαιά τους και προστατεύει το κεφαλαιακό απόθεμα που απελευθερώθηκε μετά τη μείωση των κεφαλαιακών απαιτήσεων κατά 2,5% που αποφάσισε η ΕΚΤ. Η δυνατότητα για μείωση του κεφαλαιακού buffer (capital conservation buffer) που ήταν υποχρεωμένες να διαθέτουν οι ελληνικές τράπεζες, απελευθερώνει κεφάλαια της τάξης των 12,6 δισ. ευρώ, τα οποία θα αξιοποιηθούν στη μάχη της αντιμετώπισης των κόκκινων δανείων που θα δημιουργηθούν από την κρίση, απορροφώντας τις ζημίες που θα αφήσουν πίσω τους.

Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις των τραπεζών κατά τη δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων του 2019 το κεφαλαιακό μαξιλάρι διαμορφώνεται στα 3,5 δισ. ευρώ για την Alpha Bank, στα 4,8 δισ. ευρώ για την Εθνική Τράπεζα, στα 2 δισ. ευρώ για την Eurobank και στα 2,3 δισ. ευρώ για την Τράπεζα Πειραιώς. Στην άσκηση αντοχών που διαθέτει η κάθε τράπεζα, θα πρέπει να σημειωθεί το γεγονός ότι η Eurobank είναι η μόνη που έχει ολοκληρώσει την τιτλοποίηση των κόκκινων δανείων, «παίρνοντας» τη ζημία της συναλλαγής σε αντίθεση με τις άλλες τρεις συστημικές τράπεζες, Alpha, Εθνική και Πειραιώς, οι οποίες έχουν «παγώσει» τις τιτλοποιήσεις για τα κόκκινα δάνεια που έχουν ήδη στους ισολογισμούς τους και δεν έχουν ακόμη ενσωματώσει τη ζημία από τις σχετικές συναλλαγές.

Καταθέσεις και ΕΚΤ

Στο μέτωπο της ρευστότητας, η καταθετική βάση των ελληνικών τραπεζών που ξεπερνάει τα 176 δισ. ευρώ, σε συνδυασμό με την πρόσθετη ρευστότητα των 10 δισ. ευρώ που εξασφαλίζει η απόφαση της ΕΚΤ για την αποδοχή των ελληνικών ομολόγων ως ενέχυρα, δίνει την απαιτούμενη ανάσα στις τράπεζες για τη στήριξη των επιχειρήσεων στην κρίσιμη φάση. Ηδη μεγάλες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις έχουν εξαντλήσει τις γραμμές πίστωσης που είχαν ανοιχτές στις τράπεζες, οι οποίες διευρύνουν περαιτέρω τα όρια σε μια προσπάθεια να δώσουν την αναγκαία ρευστότητα στο σύστημα να αντέξει την ταμειακή πίεση που υφίσταται από την καθίζηση της κατανάλωσης.

Οι αυξημένες εκταμιεύσεις που αναμένεται να καταγραφούν τα επόμενα τρίμηνα μέσα από κεφάλαια κίνησης σε επιχειρήσεις, εκτιμάται ότι θα διασώσουν και τα έσοδα από τόκους που έχουν οι τράπεζες τουλάχιστον από το επιχειρηματικό χαρτοφυλάκιο. Η συγκράτηση των επιτοκιακών εσόδων θα προέλθει και από το γεγονός ότι οι αναστολές των δόσεων στα επιχειρηματικά δάνεια καλύπτουν το τμήμα του κεφαλαίου και όχι των τόκων που πρέπει να καταβάλλουν οι επιχειρήσεις, σε αντίθεση με το χαρτοφυλάκιο της λιανικής που αναμένεται να υποστεί βαρύ πλήγμα κυρίως από την πτώση των προμηθειών για συναλλαγές στα σημεία πώλησης.