ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Εγκρίθηκε το 10ετές επενδυτικό σχέδιο του ΔΕΣΦΑ ύψους 300 εκατ.

egkrithike-to-10etes-ependytiko-schedio-toy-desfa-ypsoys-300-ekat-2375772

Με εξαίρεση το σχέδιο «εικονικών αγωγών» για τη μεταφορά υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) σε Κρήτη και Δωδεκάνησα, η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ) ενέκρινε προχθές το πρόγραμμα ανάπτυξης ΕΣΦΑ 2020-2029 του Διαχειριστή Εθνικού Συστήματος Αερίου (ΔΕΣΦΑ), ανοίγοντας τον δρόμο για την υλοποίηση επενδύσεων ύψους 300 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για τέσσερις κατηγορίες έργων που έχουν σχεδιαστεί τόσο για την ενίσχυση του ελληνικού συστήματος φυσικού αερίου όσο και για τη μετατροπή της χώρας σε ενεργειακό κόμβο στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Μάλιστα, η επενδυτική απόφαση για τα περισσότερα από τα εγκεκριμένα έργα, που καλύπτουν περίπου το 80% του συνολικού προϋπολογισμού (235,54 εκατ. ευρώ), προβλέπεται να ληφθεί μέσα στην επόμενη τριετία. Από τα πρώτα έργα που θα «τρέξει» ο ΔΕΣΦΑ είναι η κατασκευή μετρητικού και ρυθμιστικού σταθμού στην περιοχή Περδίκκα Εορδαίας (3 εκατ. ευρώ) για την έξοδο του φυσικού αερίου από τον αγωγό TΑΡ στη Δυτική Μακεδονία.

Ο σχεδιασμός του εν λόγω έργου εδράζεται κυρίως στην ανάγκη στήριξης της τηλεθέρμανσης στις πόλεις Κοζάνη, Πτολεμαΐδα, Φλώρινα και Αμύνταιο, η οποία σήμερα παρέχεται από τις λιγνιτικές μονάδες της ΔΕΗ, που όμως σταδιακά και μέχρι το 2023 θα τεθούν εκτός λειτουργίας. Επιπλέον, το έργο θα συμβάλει και στον αναγκαίο ενεργειακό μετασχηματισμό της Δυτικής Μακεδονίας στη μεταλιγνιτική εποχή. Το πρόγραμμα ανάπτυξης του ΔΕΣΦΑ περιλαμβάνει συνολικά τέσσερα έργα για τη σύνδεση νέων χρηστών φυσικού αερίου στο σύστημα, συνολικού προϋπολογισμού 22,04 εκατ. ευρώ.

Στις προτεραιότητες του διαχειριστή είναι και η ανάπτυξη των έργων εγκατάστασης υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) μικρής κλίμακας (Small Scale LNG), συνολικής επένδυσης 40,5 εκατ. ευρώ. Τα έργα αυτά (προβλήτα στη Ρεβυθούσα, σταθμός φόρτωσης βυτιοφόρων LNG) αποτελούν μέρος των απαραίτητων βημάτων για την υιοθέτηση του LNG ως ναυτιλιακού καυσίμου στην Ανατολική Μεσόγειο, καθιστώντας την Ελλάδα κεντρικό σημείο για την προμήθεια και διανομή LNG στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Παράλληλα, θα δώσουν τη δυνατότητα χρήσης φυσικού αερίου σε περιοχές που είναι απομακρυσμένες από το δίκτυο. Για την αποτελεσματική λειτουργία του συστήματος, ο ΔΕΣΦΑ θα προσθέσει δύο σταθμούς συμπίεσης (Αμπελιά και Κήπους), έναν ρυθμιστικό σταθμό στην Κομοτηνή, ενώ θα αναβαθμίσει και τον σταθμό συμπίεσης στη Νέα Μεσημβρία, επενδύοντας συνολικά περί τα 125 εκατ. ευρώ. Τέλος, περί τα 48 εκατ. ευρώ θα διαθέσει για τη διασύνδεση των συστημάτων φυσικού αερίου Ελλάδας – Β. Μακεδονίας (αγωγός Νέας Μεσημβρίας – Γευγελή), έργο που πρόκειται να συμβάλει στην περαιτέρω διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας για τη Βόρεια Μακεδονία αλλά και να συνεισφέρει στην αποδοτικότερη λειτουργία του συστήματος.

Ο σχεδιασμός του ΔΕΣΦΑ για τη μεταφορά LNG σε Κρήτη και Δωδεκάνησα μέσω «εικονικών αγωγών» δεν εγκρίθηκε από τη ΡΑΕ λόγω των αντιδράσεων που εκφράστηκαν στη διαβούλευση. Το βασικό επιχείρημα που διατυπώθηκε από φορείς της αγοράς ήταν ότι οι αποκαλούμενοι «εικονικοί αγωγοί» δεν αποτελούν ρυθμιζόμενη δραστηριότητα που μπορεί να ασκεί διαχειριστής, αλλά ανταγωνιστική. Η κατασκευή των εν λόγω έργων από τον ΔΕΣΦΑ θα μετέφερε το κόστος στους καταναλωτές μέσω των τελών μεταφοράς.

Πηγές του ΔΕΣΦΑ διαβεβαιώνουν ότι η COVID-19 δεν επηρεάζει τον προγραμματισμό του διαχειριστή για την ανάπτυξη νέων έργων και, αυτό, γιατί πρόκειται για επενδύσεις μακροπρόθεσμες. Τονίζουν επίσης ότι, με τα μέτρα προστασίας που ελήφθησαν από την πρώτη στιγμή, ο ΔΕΣΦΑ έχει καταφέρει να εγγυηθεί την ασφάλεια του συστήματος φυσικού αερίου της χώρας καθώς επίσης και ότι δεν θα βιαστεί να τα άρει μέχρι να βεβαιωθεί ότι δεν διακυβεύεται η ασφάλεια του εφοδιασμού της χώρας. Οι ίδιοι κύκλοι εκτιμούν ότι η αγορά φυσικού αερίου στην Ελλάδα δεν έχει επηρεαστεί από την κρίση, αντίθετα έχει ενισχυθεί από τις χαμηλές τιμές LNG και έχει γίνει πιο ανταγωνιστική, και αυτό, σε συνδυασμό με τις νέες διασυνδέσεις και έργα αποθήκευσης (TΑΡ, ΙGB, FSRU Αλεξανδρούπολης και υπόγεια αποθήκη Καβάλας), μετατρέπει την Ελλάδα σε hub της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.