ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Οι τράπεζες στηρίζουν τις εκδόσεις των εντόκων

gkat_24_3004_page_1_image_0002

Στη «μάχη» της εξασφάλισης ρευστότητας και της «αναπλήρωσης» των κεφαλαίων που αντλεί η κυβέρνηση από το «μαξιλάρι», έτσι ώστε να χρηματοδοτήσει τα μέτρα στήριξης της οικονομίας και των επιχειρήσεων, έχουν μπει πιο ενεργά οι ελληνικές τράπεζες μέσω της υψηλής συμμετοχής τους στην έκδοση εντόκων γραμματίων στην οποία προχώρησε χθες ο ΟΔΔΗΧ, μια «τάση» η οποία αναμένεται να συνεχιστεί το επόμενο διάστημα.

Χθες διενεργήθηκε δημοπρασία εντόκων διάρκειας 26 εβδομάδων, από την οποία το ελληνικό Δημόσιο άντλησε 1,3 δισ. ευρώ –ενώ το ποσό άντλησης θα φθάσει το 1,6 δισ. ευρώ με τις μη ανταγωνιστικές προσφορές–, έναντι συνολικών προσφορών ύψους 1,666 δισ. ευρώ, με επιτόκιο 0,36%. Σύμφωνα με πηγές της αγοράς, η συμμετοχή των ξένων τραπεζών στη δημοπρασία ήταν μικρή (οι προσφορές τους διαμορφώθηκαν κοντά στα 400 εκατ. ευρώ από το 1,666 δισ. που ήταν το σύνολο), με το μεγαλύτερο μέρος της έκδοσης να καλύπτεται τελικά από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες.

Το χαμηλό ενδιαφέρον των ξένων επενδυτών οφείλεται στη γενικότερη στρατηγική που κρατούν εν μέσω της πανδημίας τα ξένα χαρτοφυλάκια, δηλαδή της διατήρησης της ρευστότητας. Οπως έδειξε και πρόσφατη έρευνα της Bank of America, οι θεσμικοί επενδυτές διατηρούν πλέον τις υψηλότερες θέσεις σε μετρητά από τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, και στο 5,9% του μέσου χαρτοφυλακίου.

Η ιδιαίτερα ενεργός συμμετοχή των ελληνικών τραπεζών έρχεται έπειτα από το «δώρο» που έδωσε η ΕΚΤ στην Ελλάδα, συμπεριλαμβάνοντας τα ελληνικά ομόλογα στο νέο, έκτακτο QE (έως τώρα υπολογίζεται πως έχει αγοράσει ελληνικά ομόλογα ύψους 1,5 με 2 δισ. ευρώ) και κάνοντας αποδεκτούς τους ελληνικούς τίτλους ως εγγύηση. Αυτό σημαίνει πως πλέον οι ελληνικές τράπεζες δε χρειάζεται να ανταλλάσσουν τους τίτλους στη διατραπεζική αγορά, αλλά μπορούν να πηγαίνουν κατευθείαν στην ΕΚΤ, όπου το επιτόκιο διαμορφώνεται στο -0,50% (έναντι του 0,36%, π.χ., που διαμορφώθηκε στα έντοκα χθες), χωρίς να επιβαρυνθούν και με το επιτοκιακό κόστος που πλήρωναν στη διατραπεζική.

Οπως έχει αναφέρει η «Κ», ο ΟΔΔΗΧ ξεκίνησε αυτή την εβδομάδα την αύξηση του ύψους των εκδόσεων των εντόκων γραμματίων, κάτι που αποτελεί μέρος της νέας στρατηγικής του οικονομικού επιτελείου για να καλυφθούν τα ταμειακά διαθέσιμα που αντλεί η κυβέρνηση, έτσι ώστε να κρατηθεί το «μαξιλάρι» όσο γεμάτο γίνεται και για την «επόμενη μέρα». Σημειώνεται πως μέχρι το τέλος Ιουνίου οι ταμειακές ανάγκες της χώρας διαμορφώνονται έως τα 14 δισ. ευρώ, τη στιγμή που τα ταμειακά αποθέματα διατηρούνται περίπου στα 20 δισ. ευρώ.

Ο ΟΔΔΗΧ δεν θα «ξαφνιάζει» την αγορά προχωρώντας σε περισσότερες εκδόσεις, αλλά θα «μεγαλώσει» τις προγραμματισμένες. Το 2019 πραγματοποιήθηκαν συνολικά 12 εκδόσεις εντόκων (δύο εκδόσεις τρίμηνων, έξι εκδόσεις εξάμηνων και τέσσερις εκδόσεις ετήσιων) και ανάλογες κινήσεις θα γίνουν και φέτος, με δύο εκδόσεις τον μήνα στους επόμενους έξι μήνες.

Στις προηγούμενες δημοπρασίες εντόκων φέτος, το δημοπρατούμενο ποσό ήταν μεταξύ των 375 και 625 εκατ. ευρώ και το αποδεκτό στα 600 εκατ. με 1 δισ., ενώ κατά τη χθεσινή το δημοπρατούμενο ήταν σημαντικά αυξημένο, στο 1 δισ. ευρώ, και μαζί με την αποδοχή μη ανταγωνιστικών προσφορών ο ΟΔΔΗΧ θα αντλήσει συνολικά 1,6 δισ. ευρώ.

Το ύψος των εντόκων σήμερα, και μετά τη δημοπρασία των εξάμηνων τίτλων χθες, διαμορφώνεται στα 10,8 δισ. ευρώ, από 15,23 δισ. ευρώ τον Σεπτέμβριο του 2019 και 12,61 δισ. ευρώ στα τέλη του 2019. Στόχος πλέον είναι στο τέλος του 2020 το ύψος των εντόκων να είναι στα ίδια επίπεδα με αυτά του Δεκεμβρίου του 2019. Επίσης, προτεραιότητα του οικονομικού επιτελείου είναι στο τέλος του έτους το συνολικό «μαξιλάρι» ρευστότητας να διαμορφωθεί κοντά στα 30 δισ. ευρώ (από 36,5 δισ. ευρώ σήμερα). Το αμέσως επόμενο διάστημα θα ακολουθήσει νέα έκδοση ομολόγου (10ετούς), ενώ ο ΟΔΔΗΧ αναμένεται να αντλήσει από τις αγορές φέτος 8 με 9 δισ. ευρώ συνολικά.