Από ποιες πηγές αναμένουν κέρδη οι τράπεζες το 2002

Από ποιες πηγές αναμένουν κέρδη οι τράπεζες το 2002

4' 41" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Με την έναρξη του 2002 οι τράπεζες εισέρχονται σε μια εντελώς νέα εποχή, την εποχή του ευρώ. Εκτός από την κυκλοφορία του ενιαίου νομίσματος και την προσαρμογή των συναλλακτικών συνηθειών στις ευρω-απαιτήσεις, οι τράπεζες αποχαιρέτησαν οριστικά ένα μεγάλο μέρος των κερδών τους από τις γνωστές παραδοσιακές πηγές εσόδων.

Το προηγούμενο διάστημα τα ζητήματα που κυριάρχησαν στην αγορά περιορίσθηκαν σε θέματα λειτουργίας και συναλλαγών, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι τα μεγάλα προβλήματα μετατοπίσθηκαν. Αντιθέτως, αυτό που απασχολεί τους τραπεζίτες είναι το πώς και από πού θα υποκαταστήσουν τα διαφυγόντα εύκολα κέρδη των προηγούμενων ετών.

Για παράδειγμα, τα κέρδη από τo treasury, έναν τομέα που στην εποχή του ευρώ σχεδόν δεν έχει λόγο ύπαρξης αφού οι συναλλαγές γίνονται πλέον στο ενιαίο νόμισμα, ελαχιστοποιώντας κατά συνέπεια τα κέρδη από συναλλαγματικές πράξεις, τα οποία αντιπροσώπευαν για τις ελληνικές τράπεζες το διόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό της τάξεως του 15% – 20% περίπου επί του συνόλου των τραπεζικών κερδών.

Τώρα οι τράπεζες, αν θέλουν να εξακολουθήσουν να βγάζουν κέρδη από το treasury, θα κληθούν να αναλάβουν μεγαλύτερο ρίσκο, να δραστηριοποιηθούν εντονότερα στην αγορά παραγώγων, να πάρουν μεγαλύτερες θέσεις στην αγορά εταιρικών ομολόγων, να διαχειρίζονται και να εμπορεύονται ταχύτερα χρεόγραφα άλλων κρατών και μια σειρά άλλων εργασιών που εντάσσονται στον κανόνα, ο οποίος ορίζει πως «αν δεν χάσεις δεν θα μάθεις», κάτι που φωτογραφίζει επί της ουσίας τις μεγάλες τράπεζες οι οποίες διαθέτουν ένα ικανοποιητικό κεφαλαιακό μαξιλάρι ασφαλείας, αλλά κι αυτές ακόμα θα πρέπει να διαθέτουν ένα στοιχειωδώς κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό.

Επίσης το 2002 σημαίνει την εκπνοή των κερδών από ομόλογα, κέρδη μεγάλα και εύκολα, όμως μη επαναλαμβανόμενα.

Με άλλα λόγια, στο 2002 θα αποτυπωθεί αυτό που συνηθίζει να λέει ο αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος της Eurobank κ. Νίκος Καραμούζης, «θα φανεί αν ο βασιλιάς είναι γυμνός».

Τα προβλήματα, πάντως, της νέας εποχής αμβλύνονται από το γεγονός ότι η βάση εκκίνησης για τη σύγκριση έχει διαμορφωθεί σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα, γεγονός στο οποίο συνέβαλε κυρίως η αρνητική χρηματιστηριακή συγκυρία το 2001.

Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να αναμένεται πίεση στην κερδοφορία των τραπεζικών ομίλων του 2001 και μάλιστα αρκετοί είναι εκείνοι που δεν αποκλείουν τα κέρδη των ομίλων για τη χρονιά που πέρασε να εμφανισθούν μειωμένα έως και κατά 30%, αφού οι όποιες ελπίδες ανάκαμψης του Χρηματιστηρίου κατά το τελευταίο τρίμηνο αποδείχθηκαν φρούδες.

Υπό αυτές τις συνθήκες, έχει ενδιαφέρον να καταγραφούν οι πηγές κερδοφορίας από τις οποίες οι τράπεζες θα επιδιώξουν να υποκαταστήσουν τα διαφυγόντα πλέον κέρδη.

Οπως παραδέχονται όλοι, το investment banking, σχεδόν ανύπαρκτο κατά το 2001, είναι ένας τομέας που θα εξακολουθεί να παραπαίει και το 2002.

Τόσο η πορεία της αγοράς όσο και η τιμολόγηση, δηλαδή τα ιδιαίτερα χαμηλά P/E, όχι μόνο δεν ευνοούν, αλλά θα μπορούσε να πει κανείς ότι αποτρέπουν νέες εισαγωγές, τόσο για τους αναδόχους όσο και για τις ίδιες τις επιχειρήσεις που πιθανόν θα προσέβλεπαν στο XAA. Μια άλλη πηγή κερδοφορίας, που όμως δεν λειτούργησε σχεδόν ποτέ στην Ελλάδα, είναι αυτή των συμβουλευτικών υπηρεσιών για αναδιαρθρώσεις, συγχωνεύσεις και εξαγορές, αυτή όμως είναι μια αγορά που ποτέ δεν λειτούργησε στην αγορά, εκτός από πολύ συγκεκριμένες περιπτώσεις παροχής τέτοιων υπηρεσιών προς το Δημόσιο τις οποίες ωστόσο μοιράζονται ελάχιστες ελληνικές τράπεζες.

Το ερώτημα λοιπόν είναι από πού θα βγουν τα κέρδη το 2002;

Οι ελληνικές τράπεζες προσβλέπουν στην «αναβάθμιση» του asset management, δηλαδή στο «άνοιγμα» της αγοράς αμοιβαίων κεφαλαίων, που χαρακτηρίζονται από κορυφαία στελέχη των τραπεζών ως «αγορά του μέλλοντος» και στα οποία, όπως ευελπιστούν οι τράπεζες, θα μετακινηθούν τα κεφάλαια από τα φορολογηθέντα πλέον repos. Αυτό εξηγεί και τις παραινέσεις των τραπεζών προς το υπουργείο να προχωρήσει στη φορολόγηση των repos, αρχικά με συντελεστή 7% και με στόχο, στην πορεία, τον διπλασιασμό του συντελεστή φορολόγησης ώστε να εξισωθεί με τη φορολογία των καταθέσεων (με συντελεστή 15%).

O τομέας όμως στον οποίο θα δοθεί η μεγάλη μάχη είναι η λιανική τραπεζική, όχι μόνο στην καθιερωμένη μέχρι σήμερα μορφή, αλλά με μια διευρυμένη μορφή που περιλαμβάνει πλέον, εκτός από τους κλασικούς τομείς στεγαστικής και καταναλωτικής πίστης, και τις μικρές επιχειρήσεις, ενώ άμεσα συνδεδεμένες είναι οι προωθούμενες σταυροειδείς πωλήσεις με έμφαση την προώθηση του bankassurance, μέσω του οποίου θα αυξηθούν τα κέρδη από προμήθειες. Δεδομένου ότι η λιανική τραπεζική «τρέχει» με ετήσιο ρυθμό αύξησης 30%, που προβλέπεται να διατηρηθεί για τα επόμενα τρία χρόνια, είναι εμφανείς οι λόγοι για τους οποίους ο ανταγωνισμός θα επικεντρωθεί στον τομέα του retail banking.

Είναι πάντως γεγονός ότι το 2001 ήταν «έτος τεστ» για την ελληνική τραπεζική αγορά, η οποία έδειξε μια αξιοθαύμαστη προσαρμοστικότητα επανάκαμψης στην παραδοσιακή λειτουργική κερδοφορία. Οι ελληνικές τράπεζες κατάφεραν σε μεγάλο ποσοστό να αντισταθμίσουν απώλειες παραδοσιακών κερδών από την ανάπτυξη της λιανικής, ενώ και οι στρατηγικές κινήσεις τελικά φαίνεται ότι έχουν τον ίδιο στόχο.

Οπως αναφέρει ο υποδιοικητής της Εθνικής Τράπεζας κ. Απόστολος Ταμβακάκης, σήμερα οι συγχωνεύσεις αποσκοπούν κυρίως στη διεύρνυση των πελατολογίων και όχι στην ανάπτυξη των δικτύων, αποσκοπούν στη συμπίεση του κόστους και στην ανάδειξη πλεονεκτημάτων, όπως για παράδειγμα το άνοιγμα στην αγορά των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, και, τέλος, στη δυνατότητα των τραπεζών να αποκομίσουν οφέλη από την επιδιωκόμενη εξωστρέφεια. Αυτό, εξηγεί, αντανακλά την προσπάθεια διεύρυνσης των πηγών εσόδων των τραπεζών και αφορά την όχι πολύ μακρινή εποχή κατά την οποία η ωρίμαση της εγχώριας αγοράς θα έχει περιορίσει σημαντικά και τις εναπομείνασες σήμερα πηγές κερδοφορίας. Να κάνουν, δηλαδή, πράξη οι ελληνικές τράπεζες αυτό που άλλες ξένες τράπεζες όπως η ABAMPO, η Unicredito, η HSBC, πολλές ισπανικές τράπεζες, φρόντισαν να πετύχουν ήδη την τελευταία πενταετία. H προσπάθεια αυτή αποτυπώνεται ώς ένα βαθμό και στα αποτελέσματα, καθώς φαίνεται ότι τα έσοδα από το εξωτερικό ως ποσοστό του συνόλου των εσόδων εμφανίζουν ήδη διπλασιασμό, καθιστώντας πιο εφικτό τον μελλοντικό στόχο, να υποκαταστήσουν με τη σειρά τους τα μελλοντικά διαφυγόντα κέρδη της εγχώριας δραστηριότητας.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT