ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Ξεκινάει στις ΗΠΑ η εκδίκαση της αγωγής κατά της Akazoo

akazoo

Αντίστροφα μετράει ο χρόνος για την έναρξη εκδίκασης από την αμερικανική δικαιοσύνη της υπόθεσης παραποίησης οικονομικών στοιχείων από την ελληνική συνδρομητική πλατφόρμα μουσικής Akazoo. Σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», οι ενάγοντες, που έχουν κινηθεί κατά της εταιρείας και του τέως διευθύνοντα συμβούλου Απ. Ζερβού, έχουν τη δυνατότητα έως και τις 8 Σεπτεμβρίου να εμπλουτίσουν την αγωγή τους με αναθεωρημένες προτάσεις. Οι εναγόμενοι έχουν τη δυνατότητα έως τις 23 Οκτωβρίου να προχωρήσουν στην αντίκρουση όσων υποστηρίζουν οι ενάγοντες, οι οποίοι με τη σειρά τους, όπως προβλέπει η αμερικανική δικαιοσύνη, μπορούν έως τις 7 Δεκεμβρίου να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς της Akazoo. Η συνδρομητική πλατφόρμα μουσικής έχει τη δυνατότητα να καταθέσει τις δικές της αντιπροτάσεις έως τις 6 Ιανουαρίου, ολοκληρώνοντας τον κύκλο των αντικρούσεων.

Η αγωγή που έχει κατατεθεί κατά της Akazoo στηρίζεται κατά βάση στα ευρήματα της έρευνας του fund Quintessential Capital Management (QCM), που αποκάλυψε ότι η εταιρεία, μεταξύ άλλων, είχε παραποιήσει τα οικονομικά μεγέθη της και τον αριθμό των συνδρομητών της. Σύμφωνα με το σκεπτικό της αγωγής, σειρά πράξεων και παραλείψεων της Akazoo είχαν ως αποτέλεσμα να μειωθεί η τιμή αγοράς των μετοχών της εταιρείας, προκαλώντας σημαντική οικονομική ζημία στους ενάγοντες, που εκπροσωπούν μετόχους και ομολογιούχους της συνδρομητικής πλατφόρμας. Στο πλαίσιο αυτό, η διοίκηση της εταιρείας κατηγορείται για παραβίαση διατάξεων της αμερικανικής νομοθεσίας, επειδή, κατά την αγωγή, γνώριζε ότι οι δημοσιεύσεις (εταιρικές ανακοινώσεις, δελτία Τύπου κ.λπ.) ήταν ουσιωδώς λανθασμένες.

Ο κ. Ζερβός είχε γνώση των ουσιωδών παραλείψεων των δημοσιεύσεων και «επιδίωκε την εξαπάτηση των εναγόντων ή έδρασε αδιαφορώντας για την αλήθεια», παραλείποντας να κάνει γνωστά τα πραγματικά γεγονότα στο επενδυτικό κοινό, όπως αναφέρει η αγωγή. Επίσης, ο τέως CEΟ της Akazoo κατηγορείται ότι επί των ημερών του στη διοίκηση της εταιρείας συμμετείχε στην παραποίηση των πληροφοριών που γνωστοποιούνταν για την εταιρεία, γεγονός που, εφόσον αποδειχθεί, συνιστά την παραβίαση ενός ακόμη άρθρου του νόμου των ΗΠΑ για το χρηματιστήριο αξιών (Exchange Act).