Σήματα ανάκαμψης εκπέμπουν οι τραπεζικές μετοχές

Σήματα ανάκαμψης εκπέμπουν οι τραπεζικές μετοχές

6' 8" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

M ε αιχμή του δόρατος τα μεγάλα περιθώρια ανάπτυξης, αλλά και τις ελκυστικές αποτιμήσεις, μετά το επώδυνο 2001, οι τραπεζικές μετοχές επιστρέφουν δυναμικά στο επίκεντρο του επενδυτικού ενδιαφέροντος.

Τα σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης των τραπεζικών εργασιών, η κινητικότητα σε επίπεδο εξαγορών – συγχωνεύσεων και οι ελκυστικές αποτιμήσεις δημιουργούν εύλογες προσδοκίες για την πορεία του κλάδου στην αγορά.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι τράπεζες αποτέλεσαν την «ατμομηχανή» της ανόδου τα τελευταία χρόνια, ενώ οι μεγάλης εμβέλειας κινήσεις συγκέντρωσης δυνάμεων προκάλεσαν αλυσιδωτές αντιδράσεις στην οικονομία και την αγορά γενικότερα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο δείκτης των τραπεζών καθ’ όλη τη διάρκεια του 2000, αλλά και για το μεγαλύτερο μέρος του 2001 κινήθηκε σε επίπεδα σημαντικά υψηλότερα του Γενικού Δείκτη.

Η εικόνα διαφοροποιήθηκε μετά την αναβάθμιση της ελληνικής κεφαλαιαγοράς σε ώριμη τον περασμένο Μάιο. Οι τραπεζικές μετοχές πέρασαν εφιαλτικές ημέρες, ευρισκόμενες στο έλεος επιθετικών ρευστοποιήσεων ξένων χαρτοφυλακίων. Ετσι, όχι μόνο έχασαν τα πρωτεία, αλλά δέχθηκαν ισχυρό πλήγμα στην αξιοπιστία τους, ενώ τελικά έκλεισαν το έτος με επίδοση σημαντικά χαμηλότερη του Γενικού Δείκτη.

Ωστόσο, η μεγάλη υποχώρηση των τραπεζικών μετοχών το 2001 ενισχύει τις προσδοκίες για εφέτος, καθώς ο πήχυς έχει κατέβει αισθητά και πλέον οι αποτιμήσεις σε πολλές περιπτώσεις είναι ιδιαίτερα ελκυστικές, σε σχέση με αυτές των ευρωπαϊκών τραπεζών.

Αν και εξαιτίας του μικρού μεγέθους οι ελληνικές τράπεζες δεν αντιμετωπίζονται ως ισότιμες με τις ευρωπαϊκές από τους ξένους χρηματοοικονομικούς οίκους, όλοι παραδέχονται αφενός τα μεγάλα περιθώρια ανάπτυξης της εγχώριας τραπεζικής αγοράς και αφετέρου τον «κορεσμό» της ευρωπαϊκής.

Παρά το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια έχουμε μια ραγδαία ανάπτυξη της καταναλωτικής πίστης στη χώρα μας, τα περιθώρια ανάπτυξης παραμένουν μεγάλα, καθώς σε σχέση με τα ευρωπαϊκά δεδομένα υστερούμε σημαντικά. Επιπλέον, οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης της οικονομίας δίνουν σημαντική ώθηση στο τραπεζικό σύστημα. H επιτάχυνση της επιχειρηματικότητας δημιουργεί αυξημένες κεφαλαιακές ανάγκες για τις επιχειρήσεις, σημαντικό κομμάτι των οποίων θα καλυφθεί είτε μεσω τραπεζικού δανεισμού είτε μέσω ομολογιακών δανείων.

Νέες κινήσεις αναμένονται και σε επίπεδο εξαγορών συγχωνεύσεων. Αποτελεί πλέον πεποίθηση ότι ο μόνος δρόμος για την επιβίωση στο ενιαίο ευρωπαϊκό περιβάλλον είναι η αύξηση του μεγέθους και η εξωστρέφεια. Υπό το πρίσμα αυτό αναμένεται νέος γύρος σημαντικών εξελίξεων.

Από την άλλη πλευρά όμως, τα λειτουργικά κέρδη συμπιέζονται από τις επεκτατικές κινήσεις των προηγούμενων ετών. Οι επιθετικές εξαγορές και οι κινήσεις συγκέντρωσης δυνάμεων έχουν επιβαρύνει σημαντικά τα κόστη, κάτι που αναμένεται να αποτυπώνεται στα μεγέθη των βασικών παικτών την προσεχή διετία. Παράλληλα, η έλευση του ευρώ τερματίζει μια σειρά προμηθειών που αποτελούσαν αξιόλογες πηγές εσόδων για τις τράπεζες.

Μεγάλο ερώτημα αποτελεί η κατάσταση στο χρηματιστήριο. Τα χρηματοοικονομικά έσοδα αποτελούσαν ένα βασικό κομμάτι εσόδων για τις τράπεζες. Ετσι, η κακή πορεία του XAA την τελευταία διετία δεν έχει αφήσει αλώβητα τα αποτελέσματά τους, αλλά και τα μεγάλα χαρτοφυλάκια μετοχών που διαθέτουν. Πάντως, η Σοφοκλέους μπορεί να αποτελέσει τον κρυφό άσο, καθώς τυχόν βελτίωση του κλίματος και ώθηση των τιμών των μετοχών θα έχει ιδιαίτερα ευεργετικά αποτελέσματα στα μεγέθη των τραπεζών.

Αρνητικός

πρωταγωνιστής

Η ισχυρή παράδοση, που ήθελε τις βαριές τραπεζικές μετοχές χαμηλού ρίσκου και χωρίς ακραίες διακυμάνσεις, σε σχέση με τους «μικρομεσαίους» τίτλους, γκρεμίστηκε το 2001. Οι πολυδιαφημισμένες «μεγάλες» και «σίγουρες» μετοχές όχι μόνο δεν αποτέλεσαν τον ασφαλή λιμένα που πολλοί προσδοκούσαν, αλλά κατάντησαν ο αρνητικός πρωταγωνιστής της περασμένης χρονιάς, παρασύροντας με την πτώση τους όλη την αγορά.

Ο δείκτης των τραπεζών φιγουράρει για το 2001 με την τρίτη χειρότερη επίδοση στο Χρηματιστήριο Αθηνών, μετά τις εταιρείες επενδύσεων και τις εταιρείες συμμετοχών. Και αυτό παρά το γεγονός ότι λίγες εβδομάδες πριν από την εκπνοή του έτους ανακοινώθηκε η ιστορική συμφωνία συγχώνευσης Εθνικής Τράπεζας – Alpha Bank, προκαλώντας την ανάκαμψη των τραπεζικών μετοχών.

Με την Alpha Bank να καταγράφει την περασμένη χρονιά απώλειες της τάξεως του -44,11%, την Εθνική Τράπεζα να έχει υποχωρήσει κατά -34,64%, την Τράπεζα Πειραιώς με -39,73% η αμηχανία είναι έκδηλη, δεδομένου ότι η πτώση του Γενικού Δείκτη δεν ξεπέρασε το 25%.

Είναι χαρακτηριστικό ότι όλες οι τραπεζικές μετοχές, με εξαίρεση την Τράπεζα Αττικής, την Τράπεζα της Ελλάδος και τη «νεοφώτιστη» Αγροτική, έκλεισαν το 2001 με απώλειες αισθητά μεγαλύτερες των απωλειών του Γενικού Δείκτη.

Η «κατάρρευση» των τραπεζών πραγματοποιήθηκε μετά την πολυαναμενόμενη αναβάθμιση της ελληνικής κεφαλαιαγοράς από αναδυόμενη σε ώριμη. H μεταπήδηση της Σοφοκλέους στις ώριμες αγορές όχι μόνο δεν έφερε τις εισροές κεφαλαίων που πολλοί περίμεναν, αλλά αντίθετα δεκάδες ξένα θεσμικά χαρτοφυλάκια που δραστηριοποιούνται σε αναδυόμενες αγορές προχώρησαν στην πλήρη ρευστοποίηση των θέσεών τους σε ελληνικές μετοχές. Οι ρευστοποιήσεις των ξένων αναδυόμενων χαρτοφυλακίων δεν μπόρεσαν να απορροφηθούν από τις εγχώριες δυνάμεις, οι οποίες αποσβολωμένες έβλεπαν για άλλη μια φορά να χάνεται το έδαφος κάτω από τα πόδια τους.

Ωστόσο, η βίαιη υποχώρηση των σοβαρών τραπεζικών μετοχών τραυμάτισε βαριά, συνολικά, το σύστημα, απογοητεύοντας ίσως περισσότερο από κάθε άλλη φορά το επενδυτικό κοινό.

Μετά την επώδυνη υποχώρηση του 2000, διάφοροι παράγοντες της αγοράς προσπάθησαν συστηματικά να στρέψουν τους μικρούς ιδιώτες επενδυτές στα αποκαλούμενα blue chips, φορτώνοντας όλες τις ευθύνες για τον κατήφορο της Σοφοκλέους στις υπερβολές των μετοχών της «περιφέρειας».

Με ισχυρό δέλεαρ την επερχόμενη αναβάθμιση της αγοράς, τον Μάιο του 2001 πολλοί επενδυτές προχώρησαν σε τοποθετήσεις σε τραπεζικές μετοχές, ελπίζοντας ότι πράγματι η ανάκαμψη της αγοράς θα πραγματοποιηθεί με «ατμομηχανή» τα βαριά χαρτιά. Ασφαλώς οι προθέσεις όσων σύστηναν τα βαριά χαρτιά ήταν ειλικρινείς και αγνές, ωστόσο οι εξελίξεις έδωσαν ένα καίριο πλήγμα στην αξιοπιστία του κλάδου και της αγοράς εν γένει.

Ο κόσμος, έχοντας υποστεί μεγάλες απώλειες από την περιφέρεια, ένιωσε διπλά προδομένος, καθώς η «στροφή» του στις τράπεζες είχε εξίσου επώδυνο αποτέλεσμα με την περιφέρεια.

Ισχυρό ήταν το σοκ και για τα εγχώρια θεσμικά χαρτοφυλάκια που πρωτοστάτησαν στην προσπάθεια για την επιστροφή του κόσμου στην «ποιότητα». Εχοντας προχωρήσει σε εκτεταμένες κινήσεις αναδιάρθρωσης και «χτίζοντας» τραπεζοκεντρικά χαρτοφυλάκια, αμοιβαία κεφάλαια και εταιρείες επενδύσεων έγραψαν τεράστιες ζημιές και υποαξίες.

Πλήγμα

στην αξιοπιστία

Ισχυρό πλήγμα στην αξιοπιστία του κλάδου αποτέλεσε το πρόσφατο «ναυάγιο» Εθνικής Τράπεζας – Alpha Bank. O πολύκροτος γάμος, που υποτίθεται θα έδινε ισχυρή ώθηση στην οικονομία και την επιχειρηματικότητα, αποδείχθηκε πυροτέχνημα.

Σε μια εποχή που κατηγορούνται -και δικαίως- οι μικρομεσσαίοι επιχειρηματίες για εμμονή στις οικογενειακές δομές και υπερβολική εσωστρέφεια, τα δυο κορυφαία τραπεζικά ιδρύματα δεν μπόρεσαν να συμβιώσουν, όχι λόγω διαφωνίας στη στρατηγική επιχειρηματικής ανάπτυξης, αλλά στο ποιο «στρατόπεδο» θα ηγηθεί της προσπάθειας.

Εύλογες είναι και οι αιτιάσεις για την προνομιακή αντιμετώπιση του κλάδου από πλευράς των θεσμικών αρχών. Κανείς εκ των αρμοδίων δεν έβαλε θέμα αναστολής διαπραγμάτευσης των δύο μετοχών όσο ήταν σε εξέλιξη οι διαπραγματεύσεις και η φημολογία κυριαρχούσε. Ισως το ενδεχόμενο αναστολής διαπραγμάτευσης των μετοχών των δύο τραπεζών να είναι απαγορευμένο και ως σκέψη, ωστόσο αν ό,τι συνέβη μεταξύ Εθνικής και Alpha Bank είχε συμβεί μεταξύ δύο «μικρών» εμπορικών εταιρειών, οι αντιδράσεις του Δ.Σ. του XAA θα ήταν εντελώς διαφορετικές.

Το θλιβερό και τραγελαφικό γεγονός, εν μέσω διαπραγματεύσεων για την οριστική έκβαση του γάμου να έχουμε και ψηφοφορία της αγοράς στο ταμπλό προς τη μια ή την άλλη κατάληξη (με άνοδο ή πτώση των δύο μετοχών αντίστοιχα), δεν έχει προηγούμενο ούτε στην ελληνική κεφαλαιαγορά.

Επίσης, ουδείς φαίνεται να ασχολείται με το γεγονός ότι οι δύο μετοχές έπεφταν αργά αλλά σταθερά εδώ και πολλές εβδομάδες και αν ορισμένοι εκμεταλλεύτηκαν προνομιακή πληροφόρηση για την έκβαση των διαπραγματεύσεων. Ωστόσο, οι «σκιές» αυτές μπορούν να εξαφανιστούν τη φετινή χρονιά. Αναμφίβολα οι αδεξιότητες που σημειώθηκαν θα κάνουν τους τραπεζίτες περισσότερο προσεκτικούς στις από εδώ και πέρα κινήσεις τους.

Παράλληλα, τα περιθώρια ανάπτυξης της τραπεζικής αγοράς είναι μεγάλα, ενώ η κυρίαρχη συμμετοχή των τραπεζικών μετοχών στους δείκτες θα απορροφήσει μοιραία το μεγαλύτερο μέρος των εισροών ξένων κεφαλαίων στο ελληνικό χρηματιστήριο.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT