Κενά, αντιθέσεις και αντικρουόμενες διατάξεις στα Ελληνικά Πρότυπα

Κενά, αντιθέσεις και αντικρουόμενες διατάξεις στα Ελληνικά Πρότυπα

4' 14" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Πολλές και ουσιώδεις είναι οι διαφορές μεταξύ Διεθνών και Ελληνικών Λογιστικών Προτύπων. Σε βαθμό που να παρουσιάζουν εντελώς διαφορετική εικόνα, έστω κι αν αναφέρονται στην ίδια επιχείρηση.

Τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα βασίζονται κυρίως στον κωδικοποιημένο νόμο περί A.E. (2190), και αποτελούν λογιστικά πρότυπα που εκδίδονται από το υπουργείο Οικονομίας, τις ερμηνείες του Εθνικού Συμβουλίου Λογιστικής και το Ελληνικό Γενικό Λογιστικό Σχέδιο.

Τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα είναι κατά βάση πρότυπα που έχει εκδώσει η Διεθνής Επιτροπή Λογιστικών Προτύπων (IASC), η οποία συστάθηκε το 1973 από επαγγελματικές ενώσεις λογιστών και εδρεύει στο Λονδίνο. H IASC έχει εκδώσει μέχρι σήμερα 41 Λογιστικά Πρότυπα, από τα οποία έχουν υιοθετηθεί διεθνώς 33, καθώς και 25 ερμηνευτικά κείμενα. H πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την υιοθέτηση από τις εισηγμένες εταιρείες των αγορών της E.E. των ΔΛΠ, αφορά στην ουσία πρόταση αφενός υιοθέτησης των προτύπων αυτών κατόπιν ελέγχου της συμβατότητάς τους με το κοινοτικό δίκαιο και αφετέρου τη συμπλήρωσή τους. Το έργο αυτό έχει επωμισθεί ειδική ρυθμιστική επιτροπή από εκπροσώπους των κρατών-μελών στην οποία από ελληνική πλευρά μετέχει ο πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς καθηγητής Σταύρος Θωμαδάκης.

Σε μια μελέτη που επεξεργάστηκε η ελεγκτική εταιρεία SOL Ernst & Young διαπιστώνονται μεγάλες και ουσιώδεις διαφορές μεταξύ ελληνικών και διεθνών λογιστικών προτύπων, σε βαθμό που να δικαιολογεί απολύτως, παλαιότερη δήλωση του κοινοτικού επιτρόπου Φριτς Μπόλκεσταϊν, ο οποίος είχε χαρακτηρίσει «βαβέλ» την επικρατούσα κατάσταση, σημειώνοντας ότι «επιφέρει μέγιστη και αντιπαραγωγική σύγχυση».

Σύμφωνα με τη μελέτη της εταιρείας SOL Ernst & Young τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα (ΕΛΠ), παρουσιάζουν μεγάλα κενά, αντιθέσεις και αντικρουόμενες διατάξεις σε σχέση με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα (ΔΛΠ).

Εν πρώτοις απουσιάζουν από τα ΕΛΠ ρυθμίσεις για μια σειρά από καίρια εταιρικά ζητήματα, που αφορούν μεταξύ άλλων:

Την ενοποίηση των εταιρειών ειδικού σκοπού.

nΤον σχηματισμό προβλέψεων στο πλαίσιο των ενοποιήσεων επιχειρήσεων που μπορούν να θεωρηθούν ως εξαγορές.

Την αποτίμηση των δικαιωμάτων σε κοινοπραξίες, που μπορεί να γίνει με βάση την αξία κτήσης.

Τον χειρισμό της εσωτερικά δημιουργηθείσας φήμης και πελατείας και άλλων παρόμοιων στοιχείων.

Την αποτίμηση της απομείωσης των ασώματων παγίων (άυλων περιουσιακών στοιχείων).

Τον χειρισμό των μελλοντικών υποχρεώσεων για παροχές σε εργαζόμενους.

Τη λογιστική για αναβαλλόμενο φόρο, αντιστάθμισης στα παράγωγα κ.λπ.

Επίσης τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα είναι καθ’ όλα ανεπαρκή σε ό,τι αφορά την υποχρέωση των εισηγμένων εταιρειών να γνωστοποιούν μεγέθη ή μεταβολές μεγεθών, που είναι σημαντικά για την αξιολόγηση των επιχειρήσεων.

Ειδικότερα στα ΕΛΠ δεν υφίσταται υποχρέωση προς γνωστοποίηση:

– της κατάστασης μεταβολών στα Ιδια Κεφάλαια,

– της ακριβοδίκαιης αξίας των επενδύσεων σε ακίνητα,

– των συναλλαγών μεταξύ συνδεδεμένων επιχειρήσεων, εκτός από αυτές που δεν εμπίπτουν στην κανονική δραστηριότητα της εταιρείας,

– των αποτελεσμάτων εργασιών της επιχείρησης που δεν συνεχίζονται και στο μέλλον,

– των αποτελεσμάτων κατά τομέα δραστηριότητας, εκτός εκείνων που αφορούν πωλήσεις,

– την παρουσίαση καταστάσεων ταμειακών ροών (εισήχθη στην Ελλάδα πέρυσι ως προαιρετική για τις εισηγμένες επιχειρήσεις η δυνατότητα αυτή)

– των κερδών ανά μετοχή.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν περιπτώσεις για τις οποίες υφίστανται διαφορετικές ρυθμίσεις μεταξύ ελληνικών και διεθνών Λογιστικών Προτύπων. Το αποτέλεσμα είναι να «συσκοτίζεται» η εικόνα των ελληνικών επιχειρήσεων, κυρίως στα μάτια των ξένων επενδυτών.

Ετσι, με βάση τα ΕΛΠ μπορεί να δημιουργηθούν διαφορές ή εσφαλμένες εντυπώσεις στις ακόλουθες -μεταξύ άλλων- περιπτώσεις:

Ορισμένες θυγατρικές με σημαντικά διαφορετική δραστηριότητα από αυτή του υπολοίπου ομίλου, εξαιρούνται (δεν ενοποιούνται), όταν με βάση τα ΔΛΠ ενοποιούνται όλες οι συνδεδεμένες και λοιπές συμμετοχικού ενδιαφέροντος εταιρείες, ανεξαρτήτως δραστηριότητας.

Οι συμμετοχές σε εταιρείες που δεν ενοποιούνται εμφανίζονται -κατά τα ΕΛΠ- στο λογαριασμό «Συμμετοχές», ενώ κατά τα ΔΛΠ η συμμετοχή σε συγγενείς εταιρείες συμπεριλαμβάνεται στους ενοποιημένους λογαριασμούς, ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής (αναλογική ενσωμάτωση).

Ο διαχωρισμός μεταξύ συγχωνεύσεων και εξαγορών επί ενοποίησης επιχειρήσεων γίνεται μάλλον με βάση τη νομική μορφή (στα ΕΛΠ) παρά με βάση τη δυνατότητα να προσδιοριστεί ο αγοραστής.

Τα κέρδη από συναλλαγματικές διαφορές καταχωρούνται σαν αναβαλλόμενα έσοδα και όχι στο αποτέλεσμα μέχρι τον οριστικό διακανονισμό των απαιτήσεων των υποχρεώσεων που αφορούν.

Οι ζημίες από συναλλαγματικές διαφορές δανείων που ελήφθησαν για την κτήση παγίων στοιχείων, κεφαλαιοποιούνται και αποσβέννονται κατά την περίοδο αποπληρωμής του δανείου.

Χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού που κατέχονται για εμπορικούς σκοπούς και είναι διαθέσιμα προς πώληση ή παράγωγα, δεν καταχωρούνται σε πραγματικές αξίες.

Η υπεραξία κατά την ενοποίηση μπορεί να διαγραφεί απευθείας με χρέωση των Ιδίων Κεφαλαίων.

Η αξία γηπέδων και ακινήτων αναπροσαρμόζεται περιοδικά (κάθε 4 χρόνια) με βάση συντελεστές που ορίζει ο νόμος και όχι με βάση την πραγματική τους αξία.

Τα αποθέματα αποτιμώνται στη χαμηλότερη τιμή μεταξύ κόστους, καθαρής ρευστοποίησης αξίας και κόστους αντικατάστασης.

Η αξία των επενδύσεων σε ακίνητα αναπροσαρμόζεται περιοδικά (κάθε 4 χρόνια) και αποσβέννεται.

Ο όρος έκτακτα και ανόργανα αποτελέσματα είναι αρκετά ευρύς και περιλαμβάνει κέρδη και ζημίες από πώληση παγίων στοιχείων, από μη χρησιμοποιηθείσες προβλέψεις, συναλλαγματικές διαφορές κ.λπ.

Οι δαπάνες και τα έσοδα κατασκευαστικών έργων που διαρκούν περισσότερο του έτους δεν λογίζονται κανονικά, με βάση τη μέθοδο της τμηματικής ολοκλήρωσης του έργου.

Οι ίδιες μετοχές εμφανίζονται ως στοιχείο ενεργητικού, ενώ σχηματίζεται ένα ισόποσο αποθεματικό μέσω της διανομής και εμφανίζεται στα ίδια κεφάλαια. Τα κέρδη και οι ζημίες από την πώλησή τους αναγνωρίζονται στα αποτελέσματα.

Το κόστος δανεισμού που κεφαλαιοποιείται, εμφανίζεται ως ασώματο (άυλο) περιουσιακό στοιχείο και αποσβέννεται σε 5 έτη, αντί να προστίθεται στο κόστος του παγίου που αφορά.Β.Κ.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT