ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Οι εισηγμένες και το «χάσμα» πληροφόρησης

Αν και το νωχελικό χρηματιστηριακό κλίμα υποτίθεται ότι «παροτρύνει» τις διοικήσεις των ελληνικών εισηγμένων εταιρειών προς μία μεγαλύτερη και πιο εξειδικευμένη ενημέρωση προς τους θεσμικούς επενδυτές και αναλυτές -ως ένδειξη της εντονότερης θέλησής τους να αναδειχθούν οι πραγματικές διαστάσεις των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων ή των αναπτυξιακών τους ρυθμών- εντούτοις στις ημέρες μας εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικά «χάσματα» πληροφόρησης όσον αφορά τα εξειδικευμένα στοιχεία χρηματοοικονομικής φύσης που διευκολύνουν την ανάπτυξη μοντέλων πρόβλεψης μελλοντικής κερδοφορίας. Οι κυριότεροι -πλην όμως ενδεικτικοί και συνεπώς μη εξαντλητικοί- τομείς στους οποίους παρατηρούνται αξιοσημείωτες αδυναμίες εκ μέρους των διοικήσεων των εισηγμένων εταιρειών να διαφωτίσουν στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό τους επαγγελματίες της αγοράς, είναι οι ακόλουθοι:

Αναλυτική Κατανομή Πωλήσεων (Turnover Breakdown): Στην πράξη, οι εισηγμένες εταιρείες τείνουν να χρησιμοποιούν ένα γενικό κριτήριο ανάλυσης του κύκλου εργασιών τους -όπως για παράδειγμα την ανάλυση ανά κατηγορία δραστηριότητας (βιομηχανική ή/και εμπορική)-, ενώ αποφεύγουν να «μιλήσουν» και για άλλα κρίσιμα μεγέθη τους, όπως τις μέσες τιμές πώλησης των προϊόντων τους ή γενικότερα για την τιμολογιακή τους πολιτική σε ποιοτικούς όρους.

Διαχωρισμός των Αγορών Δραστηριοποίησης ανά Ευρύτερη Γεωγραφική Περιοχή: Στην περίπτωση αυτήν, πέραν της ελληνικής αγοράς -όπου και εδώ θα πρέπει αυτονόητα να υπάρχει ανάλυση σε αστικά και μη κέντρα- είναι απαραίτητος ο καταμερισμός των πωλήσεων σε διαφορετικές χώρες/ οικονομίες, καθώς και σε διαφορετικά ιστορικά χρονικά διαστήματα, ώστε να διαπιστώνονται οι ειδικότερες τάσεις εξέλιξης των αντίστοιχων οικονομικών μεγεθών με βάση το γεωγραφικό κριτήριο. Επίσης, οι ιστορικοί ρυθμοί ανάπτυξης των πωλήσεων θα πρέπει να παρέχονται στο επίπεδο των επιμέρους γεωγραφικών αγορών (τόσο σε όρους εγχώριου νομίσματος όσο και σε όρους ευρώ), καθώς και ανά κατηγορία πωλήσεων/ δραστηριότητα.

Η Παρουσίαση των Περιοδικών Αποτελεσμάτων: Από την άλλη πλευρά, σήμερα παρατηρείται μία εξίσου φειδωλή παρουσίαση χρηματοοικονομικών στοιχείων σε επίπεδο τριμήνου, φαινόμενο το οποίο είτε αποτελεί συνειδητή συμπεριφορά των εισηγμένων εταιρειών (η οποία «συνηθίζεται» σε περιόδους μη ευνοϊκών αποτελεσμάτων) είτε προέρχεται από την ελλιπή κατανόηση από μέρους των εκπροσώπων τους των βασικών αναγκών εξειδικευμένης ενημέρωσης των επαγγελματιών της αγοράς.

Ανάλυση Κόστους, Αποσβέσεων και Περιθωρίων Κέρδους: Η ανάλυση του κόστους και των αποσβέσεων κρίνεται ως ιδιαίτερα χρήσιμη όταν προσφέρεται τόσο ανά ημερολογιακό έτος όσο και ανά τρίμηνο. Επίσης, η ανάγκη γνώσης από μέρους των επαγγελματιών της αγοράς αναλυτικών στοιχείων (μικτού ή καθαρού-π.φ.) περιθωρίου κέρδους ανά τομέα δραστηριότητας και ταυτόχρονα ανά τρίμηνο ή/και έτος, παραμένει μεν σε πλήρη ισχύ, αλλά δυστυχώς από την άλλη πλευρά τυγχάνει περιορισμένης ανταπόκρισης από τους εκπροσώπους των εισηγμένων εταιρειών.

Ελεύθερες Ταμειακές Ροές και Λειτουργικά Κέρδη: Στον τομέα αυτόν φαίνεται να υπάρχει μία ιδιόμορφη «ταλάντευση» σε επίπεδο παροχής πληροφόρησης από τις ελληνικές εισηγμένες εταιρείες προς αναλυτές και θεσμικούς επενδυτές. Οι εν λόγω εταιρείες δείχνουν -στην πλειοψηφία τους- να μην επιθυμούν την παράθεση στοιχείων ταμειακών ροών, τόσο ανά έτος όσο και ανά τρίμηνο, ακόμη και σε περιόδους κατά τις οποίες μάλλον θα τις ευνοούσε η υιοθέτηση αυτής της στρατηγικής. Στην περίπτωση των λειτουργικών κερδών (γνωστών και ως EBITDA – κέρδη προ τόκων, φόρων και αποσβέσεων), οι διοικήσεις των εισηγμένων εταιρειών υπερεκτιμούν την ανάγκη προβολής τους, ακόμη και σε περιόδους κατά τις οποίες οι εν λόγω εταιρείες βρίσκονται σε φάση υψηλών επενδυτικών προγραμμάτων.

Θέματα Ενοποίησης Λογιστικών Καταστάσεων: Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο πεδίο πληροφόρησης, καθώς σήμερα η αποτίμηση των ελληνικών εισηγμένων εταιρειών πραγματοποιείται βάσει ενοποιημένων στοιχείων και όχι βάσει στοιχείων μητρικής εταιρείας. Στην περίπτωση αυτήν, θα ήταν χρήσιμο να παρουσιάζονται τα χρηματοοικονομικά μεγέθη -σε ετήσια και περιοδική βάση- των θυγατρικών εταιρειών που ενοποιούνται με τη μητρική εταιρία, τα ποσοστά συμμετοχής της μητρικής εισηγμένης εταιρείας σε αυτές -τόσο για το τρέχον όσο και για το προηγούμενο οικονομικό έτος- καθώς και οι μέθοδοι ενοποίησης (πλήρης ενοποίηση ή μέθοδος της καθαρής θέσης, για το τρέχον και το προηγούμενο οικονομικό έτος).

Ο Λογαριασμός των Συμμετοχών: Στον τομέα αυτόν επικρατεί συνήθως μία ακόμη μεγαλύτερη «ασάφεια», καθώς απαιτούνται συστηματικότερα στοιχεία πληροφόρησης, τα οποία οι διοικήσεις των εισηγμένων εταιρειών αποφεύγουν να εκθέτουν στις παρουσιάσεις τους. Από την άλλη πλευρά, αν και οι εκάστοτε σημειώσεις των ορκωτών ελεγκτών βοηθούν προς την κατεύθυνση της μερικής αποσαφήνισης των οικονομικών μεγεθών (και στοιχείων όπως η πιθανή θετική ή αρνητική υπεραξία), εντούτοις δεν κρίνονται ως επαρκείς, καθώς απαιτούνται πρόσθετα ανά τρίμηνο -και όχι μόνον ανά έτος- στοιχεία.

Ο Πραγματικός Φορολογικός Συντελεστής: Η κρισιμότητα αυτού του στοιχείου αποδεικνύεται από το γεγονός ότι οι κατά καιρούς αποκλίσεις σε προβλέψεις κερδών ανά μετοχή που εκπονούνται από διάφορους αναλυτές οφείλονται σε σημαντικό βαθμό στην υιοθέτηση ενός διαφορετικού πραγματικού φορολογικού συντελεστή (effective tax rate).

Κόστος Τραπεζικού Δανεισμού: Το ύψος του κόστους δανεισμού αποτελεί βασική παράμετρο στην αποτίμηση μιας εισηγμένης εταιρείας, καθώς μέσω αυτού του στοιχείου, αλλά και ορισμένων πρόσθετων παραμέτρων εξάγεται το μεσοσταθμικό κόστος κεφαλαίου. Η δε ανάλυση των υποχρεώσεων είναι ιδιαίτερα χρήσιμη, τόσο σε ετήσια όσο και σε τριμηνιαία βάση, και όχι μόνον απαραίτητα στο πλαίσιο της δημοσίευσης των λογιστικών καταστάσεων.

Πρόγραμμα Επενδυτικών/Κεφαλαιουχικών Δαπανών (Capex): Η παράθεση του μελλοντικού επενδυτικού προγράμματος από τις εισηγμένες εταιρείες θα πρέπει να γίνεται τόσο σε ποιοτικούς όσο και σε ποσοτικούς όρους. Ειδικότερα, κρίνεται χρήσιμη η παρουσίαση του επενδυτικού προγράμματος ανά κατηγορία επένδυσης (παγίων στοιχείων και εξαγορών εταιρειών) και ανά μελλοντικό έτος, εφόσον υπάρχει αντίστοιχο επιχειρηματικό σχέδιο, με παράλληλη αναφορά των προτεινόμενων πηγών χρηματοδότησης του εν λόγω επενδυτικού πλάνου.

Αναφορά στη Μετοχική Σύνθεση: H ολοκληρωμένη αναφορά στη μετοχική σύνθεση μιας εισηγμένης εταιρείας θα πρέπει να περιλαμβάνει -τουλάχιστον- τις ακόλουθες κατηγορίες: Κύριους μετόχους (βάσει ενός ελάχιστου ποσοστού συμμετοχής-αναλυτική παρουσίαση), Ελληνες θεσμικούς επενδυτές (με αναλυτική παρουσίαση ορισμένων εξ αυτών), ξένους θεσμικούς επενδυτές (με αναλυτική παρουσίαση ορισμένων εξ αυτών), σημαντικούς μετόχους (βάσει ενός ελάχιστου ποσοστού συμμετοχής – αναλυτική παρουσίαση των σημαντικότερων), καθώς και το ευρύ επενδυτικό κοινό (free float). Παράλληλα, δεν θα πρέπει να παρέχεται μόνο η πιο πρόσφατη -χρονικά- αναλυτική μετοχική σύνθεση, αλλά και οι αντίστοιχες μετοχικές συνθέσεις πριν από ένα έτος και πριν από δύο έτη (για λόγους συγκρισιμότητας).

Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα: Παρά τη φανερή ευαισθησία των εισηγμένων εταιρειών απέναντι στην πρόκληση αυτήν του κοντινού μέλλοντος, οι διοικήσεις τους δεν προβαίνουν συνήθως στη διατύπωση των προθέσεών τους αναφορικά με την υιοθέτηση των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων (International Accounting Standards).

Ομάδα Συγκρίσιμων Εταιριών (Peer Group): Η καθοδήγηση των αναλυτών και των θεσμικών επενδυτών ως προς τις εταιρείες, οι οποίες σε ελληνικό και κυρίως σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι συγκρίσιμες -σε όρους αποτίμησης- με την υπό εξέταση ελληνική εισηγμένη εταιρεία, πρέπει να θεωρείται έργο της διοίκησης της τελευταίας. Αρκετές φορές οι διοικήσεις των ελληνικών εισηγμένων εταιρειών προτιμούν να μην «αγγίζουν» το εν λόγω ζήτημα για ποικίλους λόγους.

Τελικά συμπεράσματα

Είναι γενικά αποδεκτό ότι οι ελληνικές εισηγμένες εταιρείες ωφελούνται σε σημαντικό βαθμό όταν αυξάνεται ο βαθμός της εξειδικευμένης πληροφόρησης που παρέχουν προς τους θεσμικούς επενδυτές, αλλά και τους χρηματοοικονομικούς αναλυτές. Σε θεωρητικό επίπεδο, η υιοθέτηση αυτής της πολιτικής και η συστηματική διάχυση ουσιαστικής -και όχι επιδερμικής- πληροφόρησης προς τους ενδιαφερόμενους αποδέκτες αυξάνει το βάθος της αγοράς μιας μετοχής, βελτιώνει σταδιακά την εμπορευσιμότητά της, αλλά ταυτόχρονα μειώνει το κόστος κεφαλαίου που αποτελεί τον κινητήριο άξονα επενδύσεων και ανάπτυξης μιας εισηγμένης εταιρείας. Από την άλλη πλευρά όμως, οι εισηγμένες εταιρείες εξακολουθούν στην πράξη να παραμένουν ιδιαίτερα φειδωλές απέναντι στη διάχυση εξειδικευμένης πληροφόρησης, η οποία έχει προστιθέμενη αξία για τους επαγγελματίες της αγοράς. Καθώς οι μέθοδοι χρηματοοικονομικής ανάλυσης που σήμερα εφαρμόζονται και τα επενδυτικά κριτήρια που υιοθετούνται στην επιλογή μετοχών γίνονται ολοένα και πιο πολυδιάστατα, οι ελληνικές εισηγμένες εταιρείες θα πρέπει να ανταποκριθούν σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό στις νέες ανάγκες της χρηματιστηριακής αγοράς σε επίπεδο πληροφόρησης.

(1) O κ. Νικόλαος Ηρ. Γεωργιάδης είναι υπεύθυνος ανάλυσης αγοράς & μετοχών της VALUATIO& RESEARCH SPECIALISTS.