ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

O ελληνο-αμερικανικός «πόλεμος της κρουαζιέρας» μόλις άρχισε…

To 2003 θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ένα από τα πιο δύσκολα χρόνια για τα ελληνικά ναυτιλιακά συμφέροντα. Ασχέτως του ότι η αγορά κινήθηκε σε καλά επίπεδα, η ελληνική ναυτιλία, ποντοπόρος, επιβατηγός και ακτοπλοΐα, υπέστη «έξωθεν επιθέσεις» που την τραυμάτισαν καίρια.

Η ποντοπόρος, μετά το ναυάγιο του «Prestige» δέχθηκε τα πυρά του Γάλλου προέδρου Ζακ Σιράκ αλλά και της επιτρόπου Λογιόλα ντε Παλάθιο, με αποτέλεσμα τα γνωστά αυστηρά κοινοτικά μέτρα, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του ΙΜΟ, που έχουν ήδη δυσκολέψει τη ζωή όσων ασχολούνται με τη μεταφορά πετρελαιοειδών. Η ακτοπλοΐα, λόγω του υπερδανεισμού και των πανάκριβων πλοίων που παραγγέλθηκαν, διέρχεται μακρά περίοδο υφέσεως. Φαίνεται, όμως, ότι τη μεγαλύτερη ζημία θα υποστεί τελικά ο κλάδος της κρουαζιέρας. Λες και οι τράπεζες και οι άλλοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί του εξωτερικού έψαχναν ευκαιρία για να πλήξουν μία από τις ελάχιστες ελληνικές βιομηχανίες που γνώριζε άνθηση.

Είναι γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια, ο κλάδος της κρουαζιέρας πέρασε σοβαρή δοκιμασία. Τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου, η ένταση στο Μεσανατολικό, ο πόλεμος στο Αφγανιστάν και εν συνεχεία ο πόλεμος στο Ιράκ κατέστησαν τον χώρο της κρουαζιέρας ιδιαίτερα ευαίσθητο. Και όποιος ασχολείται με τον συγκεκριμένο κλάδο γνωρίζει πολύ καλά ότι η πορεία του εξαρτάται από τα πιο απίθανα πράγματα. Αρκεί να «φταρνιστεί» ο Αραφάτ ή ο πρωθυπουργός του Ισραήλ για να σταματήσουν οι περίφημες «κυκλικές κρουαζιέρες» προς το Σουέζ, το Αζντότ και τη Χάιφα. Να όμως που, ενώ η ελληνική κρουαζιέρα, που σήμερα εκπροσωπείται σχεδόν αποκλειστικά από την εταιρεία Royal Olympia Cruises, κατόρθωσε να ξεπεράσει την κρίση και να εξασφαλίσει σχεδόν 100% πληρότητα στα σκάφη της, βρέθηκε αίφνης μπροστά σε «οικονομικά προβλήματα» τα οποία, όπως τονίζουν στελέχη της εταιρείας, δεν έχουν λογική εξήγηση. Το γεγονός είναι ότι τα δύο καινούργια πλοία της ROC «πιάστηκαν» (παραμονές Χριστουγέννων και ενώ είχαν κλείσει κρουαζιέρες στις ΗΠΑ με πληρότητα 100%) από τη γερμανική κρατική τράπεζα KFW σε αμερικανικά λιμάνια με τη δικαιολογία ότι οι υπεύθυνοι της εταιρείας δεν είχαν προχωρήσει σε υποβολή σχεδίου για αναδιοργάνωση και επαναδιαπραγμάτευση των δανείων. Η ROC, όμως, όπως δηλώνει ο γενικός διευθυντής κ. Πανταζής, είχε υποβάλει σχέδιο, το οποίο απορρίφθηκε χωρίς καν να συζητηθεί! Η εταιρεία «φωνάζει», επίσης, ότι αιφνιδιάστηκε από την KFW και κινδυνεύει να χάσει τα πλοία της, την ώρα που παρουσίαζε -μετά δύο χρόνια δοκιμασίας- για πρώτη φορά προοπτικές ανακάμψεως!

Το θέμα είναι πολύ σοβαρό και, αν συνδυασθεί με τις καταγγελίες που έχουν γίνει στην «Κομισιόν» για «διαμορφούμενες μονοπωλιακές συνθήκες στον χώρο της ευρωπαϊκής κρουαζιέρας», τότε κερδίζουν έδαφος οι απόψεις κατά τις οποίες πίσω απ’ όλην αυτήν την «αδυναμία συνεννοήσεως» της ελληνικής κρουαζιέρας με τις τράπεζες και τους πιστωτές της κρύβεται μεγάλος, παναμαϊκών συμφερόντων αλλά αμερικανικών κεφαλαίων, όμιλος κρουαζιέρας, που τα τελευταία χρόνια έχει μπει δυνατά στην ευρωπαϊκή αγορά και έχει ήδη εξαγοράσει τις μεγαλύτερες εταιρείες κρουαζιέρας της Βρετανίας, της Γερμανίας και της Ιταλίας. Ο όμιλος αυτός (πρόκειται για την Carnival), μάλιστα, έχει ευνοηθεί σκανδαλωδώς, όπως αναφέρει σχετική καταγγελία που έχει υποβληθεί στην Ε.Ε. από τον επίτροπο Μεταφορών κ. Μόντι, σε σημείο τέτοιο, που να δημιουργείται η αίσθηση αναπτύξεως μονοπωλίου («Dominant Position») από ξένη προς τα ευρωπαϊκά συμφέροντα εταιρεία.

Η καταγγελία, την οποία έχει υποβάλει η ελληνο-ιταλικών συμφερόντων εταιρεία Festival Cruises αναφέρει ότι ο όμιλος Carnival, αμερικανικών συμφερόντων με έδρα τον Παναμά, έχει ήδη ξεπεράσει το 30% της αγοράς, πράγμα που συνιστά παραβίαση του ορίου για να χαρακτηρισθεί μια δραστηριότητα «μονοπωλιακή». Στη Γερμανία, λ.χ., ο όμιλος έχει φθάσει το 65% της αγοράς!

Υπενθυμίζεται ότι περί τα τέλη της δεκαετίας του ’80 η Carnival είχε σχεδόν κλείσει συμφωνία εξαγοράς της «Ηπειρωτικής» των αδελφών Ποταμιάνου, οι οποίοι, όμως, την τελευταία στιγμή άλλαξαν γνώμη και πέτυχαν να ξαναπάρουν στα χέρια τους τις μετοχές, προκειμένου, όπως είχαν δηλώσει, να μη χαθεί η ελληνική σημαία από τον χώρο.

Βέβαια, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και της ελεύθερης αγοράς, κάθε κίνηση κατά της δημιουργίας μονoπωλιακών συνθηκών μπορεί εύκολα να χαρακτηριστεί «κυνήγι μαγισσών». Δεν είναι, όμως, εύκολο να δεχθεί κανείς ως σύμπτωση τη γενικευμένη επίθεση εναντίον των ελληνικών ναυτιλιακών συμφερόντων και ακόμη να θεωρήσει τυχαίο το γεγονός ότι σήμερα η ROC δέχεται συντονισμένη επίθεση από πιστωτές τους οποίους η ίδια ανέδειξε και εν πολλοίς ευεργέτησε, με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να μείνουν στον δρόμο περισσότερες από 3.000 οικογένειες!

Η όλη αυτή συμπεριφορά προς τη μοναδική ελληνική εταιρεία κρουαζιέρας, αλλά και κάποιες πληροφορίες που αναφέρουν ότι «η όρεξη του μονοπωλίου ανοίγει με τις ευλογίες της Ε.Ε.», οδηγούν στο συμπέρασμα ότι κάποιοι κινούν τα νήματα. Κάποιοι που θα επιθυμούσαν τη Μεσόγειο «ελεύθερη» από τους «ενοχλητικούς Ελληνες», οι οποίοι μέσα σε μια νύχτα από «άξιοι συνεχιστές της ιστορίας των Ωνάση και Νιάρχου» και «μοναδικά φαινόμενα στον κόσμο της θάλασσας» μετετράπησαν σε «εκνευριστικούς και αναξιόπιστους συνομιλητές».

Το δίχως άλλο τα υπερσύγχρονα πλοία που παρήγγειλε, λειτούργησε και προσπαθεί να μη χάσει η ROC είναι ιδιαίτερα ελκυστικά, ασφαλή και ταχύτατα και θα μπορούσαν να αποτελέσουν ανταγωνιστικό πρόβλημα για τις μεγάλες πολυεθνικές του χώρου της κρουαζιέρας. Είναι όμως περίεργο το πώς η Ευρωπαϊκή Ενωση εκχωρεί σε εταιρείες που δεν πληρώνουν ούτε ένα ευρώ στα ευρωπαϊκά ταμεία και ούτε ένα δολάριο φόρο στις ΗΠΑ το δικαίωμα να κινούνται ελεύθερα στη Μεσόγειο και στην Ευρώπη γενικότερα, με «βιτρίνα» εξαγορασμένα ευρωπαϊκά εταιρικά κελύφη. Περίεργο επίσης είναι ότι κράτη-μέλη της Ε.Ε., όπως η Ελλάδα και η Ιταλία, δεν αντιδρούν σ’ αυτήν την «εισβολή» και παρακολουθούν τη «σφαγή των αμνών» ως απλοί θεατές!

Η υπόθεση είναι πολύ σοβαρή και θα έχει συνέχεια, εάν η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν κινηθεί γρήγορα, αποτελεσματικά και προ πάντων με διαφάνεια και εντιμότητα.

Απ’ ό,τι φαίνεται, η ROC υπήρξε ο πρώτος στόχος και ίσως είναι το πρώτο θύμα, ενώ ακολουθούν και άλλοι «ανυπότακτοι». Φαίνεται ότι «ο ελληνικός πόλεμος της κρουαζιέρας» μόλις άρχισε.