ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Επεκτείνεται η «Βαράγκης» και στο τυποποιημένο έπιπλο

«Σε δυσμενή φάση βρίσκεται ο κλάδος επίπλων οικιακής χρήσης με σημαντικότερο αίτιο τη δέσμευση μεγάλου μέρους του διαθέσιμου εισοδήματος των καταναλωτών σε στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια, με αποτέλεσμα τον περιορισμό των αγορών επίπλων οικιακής χρήσης».

Αυτό τόνισε μεταξύ άλλων, ο κ. Δημήτρης Βαράγκης σε χθεσινή ειδική εκδήλωση, που πραγματοποίησε η εταιρεία Βαράγκης στο ΣΕΒ. Αντικείμενο της εκδήλωσης ήταν η συμμετοχή της εταιρείας στην Διεθνή Εκθεση Επίπλων της Κολωνίας με δημιουργίες των γνωστών βιομηχανικών σχεδιαστών Ανδρέα Βαρώτσου, Αλκαίου Χαζαράκη, Γιάννη Γεωργαρά και Σωτήρη Λάζου.

Ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Οδυσσέας Κυριακόπουλος, τόνισε ότι η Ελληνική Βιομηχανία χαρακτηρίζεται από εξωστρέφεια και έχει τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις και τις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται στη διευρυμένη ευρωπαϊκή αγορά.

Παράλληλα, ο διευθύνων σύμβουλος της Βαράγκης αναφέρθηκε στη στρατηγική της εταρείας, που στηρίζεται στην επέκτασή της στο εξωτερικό με επώνυμα προϊόντα, καθώς παρατηρείται αύξηση της ζήτησης σε πιο τυποποιημένα έπιπλα που οδηγούν σε απόσπαση μεριδίου της αγοράς από το χειροποίητο.

Εν τω μεταξύ, ως προς την εικόνα της εγχώριας αγοράς ο K. Βαράγκης, επισήμανε ότι τα τελευταία χρόνια η ποσότητα μειώνεται με ετήσιο ρυθμό 2,8%, ενώ το μερίδιο της αγοράς των εγχώριων παραγόμενων επίπλων οικίας περιορίζεται συνεχώς, καθώς ενισχύεται η παρουσία των εισαγωγικών εταιρειών.

Σήμερα τα εγχώρια παραγόμενα προϊόντα καλύπτουν το 75% της αγοράς, ενώ συνεχή αύξηση παρουσιάζει η εισαγωγική διείσδυση. Συγκεκριμένα, η αξία των εισαγόμενων επίπλων ακολούθησε ανοδική πορεία με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης κατά την περίοδο 1998-2002 της τάξεως του 12%.

Το ίδιο διάστημα, η ελληνική εξαγωγική δραστηριότητα παρουσιάζει μέσο ετήσιο ρυθμό μείωσης 13,9%, παρά το γεγονός ότι τα ελληνικά έπιπλα χαρακτηρίζονται από υψηλή ποιότητα. Κυριότερη χώρα προορισμού των ελληνικών εξαγωγών είναι η Κύπρος. Κατά την ως άνω χρονική περίοδο.

Η κατανάλωση εισαγόμενων επίπλων αυξήθηκε από το 1998 έως το 2002 κατά 150%, ενώ κατά την ίδια περίοδο η κατανάλωση επίπλων εγχώριας παραγωγής μειώθηκε κατά 0,5%.

Το 37% της ελληνικής αγοράς καλύπτεται από μεσαίου και μεγάλου μεγέθους παραγωγικές και εισαγωγικές μονάδες, ενώ το 63% καλύπτεται από πολλές μικρές επιχειρήσεις, που πραγματοποιούν κύκλο εργασιών 150-300 χιλιάδων ευρώ ετησίως.