ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΟΠΑΠ-Ιντραλότ: στην Κύπρο λύνουν τις διαφορές τους

Στην Ελλάδα ήταν και παραμένει (μέχρι νεωτέρας…) ο προνομιακός προμηθευτής συστημάτων και εξοπλισμού της εταιρείας ΟΠΑΠ και συνδιαχειριστής  των κερδών του πιο επιτυχημένου τυχερού παιχνιδιού στην εγχώρια αγορά («Πάμε Στοίχημα»). Αλλά αν αυτά ισχύουν για την Ελλάδα, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική στην Κύπρο όπου λειτουργεί πλέον ως βασικός ανταγωνιστής των επιχειρηματικών συμφερόντων της ΟΠΑΠ Α.Ε., κοντράροντας με όλα τα διαθέσιμα μέσα (στις παρυφές της Λευκωσίας γίνεται λόγος ακόμη και για υποθέσεις βιομηχανικής κατασκοπείας…) την πρώτη -εκτός ελληνικής επικράτειας- επιχειρηματική «έξοδό» της. Ο λόγος για την Ιντραλότ, η οποία μετά την έμμεση εξαγορά της εισηγμένης στο Χρηματιστήριο της Κύπρου εταιρείας Royal Highgate, έχει αποδυθεί σε αγώνα μέχρις εσχάτων… για να αποτρέψει όσο πιο γρήγορα γίνεται τις πολλαπλές συνέπειες  από την… «έξοδο» της ΟΠΑΠ Α.Ε. στη διεθνή αγορά με όρους και προϋποθέσεις που θέτουν σε αμφισβήτηση το καθεστώς των προνομιακών σχέσεων και της τεχνολογικής εξάρτησης.

Ολα ξεκίνησαν στις αρχές του περασμένου καλοκαιριού (λίγο πριν από τη νέα προσφορά υφισταμένων μετοχών της ΟΠΑΠ Α.Ε. που ανήκαν στην κυριότητα του ελληνικού Δημοσίου) και η τελική εικόνα αποκρυσταλλώθηκε πολύ πρόσφατα όταν ανακοινώθηκε και επισήμως από τις χρηματιστηριακές αρχές του νησιού ότι η δημόσια προσφορά που έγινε από την πλευρά της Intralot Betting Operations (Cyprus) Ltd για την απόκτηση της πλειοψηφίας των μετοχών της εισηγμένης στο Χρηματιστήριο της Κύπρου εταιρείας Royal Highgate εγκρίθηκε από τους μετόχους της και η συναλλαγή ολοκληρώθηκε με επιτυχία.

Μετά την εξέλιξη αυτή, όπου η Ιντραλότ απέκτησε έμμεσα τον έλεγχο του 14% περίπου των μετοχών της Royal Ηighgate (κοντά στο 28% των μετοχών της), η τελευταία έγινε το αποκλειστικό όχημα για την επίτευξη των επιχειρηματικών στόχων της ελληνικής εταιρείας συμφερόντων του Ομίλου Κόκκαλη στην αγορά των τυχερών παιχνιδιών (και ειδικότερα της αγοράς των στοιχημάτων προκαθορισμένης απόδοσης) στην Κύπρο σε μία ολοφάνερη προσπάθεια να κοντράρει ευθέως τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του ΟΠΑΠ και των θυγατρικών της στην Κύπρο. Και αυτό γιατί οι συμπεριφορές που εκδηλώθηκαν από την πλευρά της Ιντραλότ με την τοποθέτηση του νέου μάνατζμεντ της εξαγορασθείσης Royal Highgate  δεν αφήνουν και πολλά περιθώρια για το είδος και τον χαρακτήρα της μάχης που διεξάγεται στη Μεγαλόνησο. Επικεφαλής της εξαγορασθείσης εταιρείας τοποθετήθηκε ο κ. Ανδρέας Παπούλιας -ο οποίος πέραν όλων των άλλων ιδιοτήτων του- είναι και γενικός διευθυντής της Εταιρείας Στοιχημάτων Α.Ε. (θυγατρική της Ιντραλότ), δηλαδή της εταιρείας που έχει την ευθύνη για τη διαχείριση συγκεκριμένων τομέων του «Πάμε Στοίχημα», του πιο επιτυχημένου ως προς τα έσοδα και τα κέρδη παιχνιδιού της ΟΠΑΠ Α.Ε.

Ο κ. Παπούλιας  πλαισιώθηκε για την εκπλήρωση των νέων καθηκόντων του από στελέχη της Εταιρείας Στοιχημάτων και της Ιντραλότ (ενδεικτικά αναφέρονται ο κ. Ν. Σκάγιαννης, διευθυντής λειτουργιών της  Εταιρείας Στοιχημάτων, και ο κ. Παντολέων, διευθυντής συμβάσεων της  Ιντραλότ). Η συγκεκριμένη ενέργεια δημιουργεί τουλάχιστον ηθικό ζήτημα, καθώς με απροκάλυπτο τρόπο επιχειρείται ένας αθέμιτος ανταγωνισμός στις δραστηριότητες της ΟΠΑΠ και των θυγατρικών της στην  Κύπρο με παιχνίδια, συστήματα κ.λπ. που έχουν υπάρξει και αναπτυχθεί κάτω από την ομπρέλα της ΟΠΑΠ και με χρήματα της ΟΠΑΠ. Με άλλα λόγια, η ΟΠΑΠ καλείται να αποδεχθεί ως ανταγωνιστές της στην αναπτυσσόμενη αγορά στοιχημάτων της Κύπρου (και μάλιστα κάτω από συνθήκες συναλλαγής  όπου η διαφάνεια είναι άγνωστη λέξη…) τους σημερινούς… συνεταίρους της στα κέρδη που παράγονται στην ελληνική αγορά!!!

Αλλά, ας επιστρέψουμε στις αρχές του περασμένου καλοκαιριού. Συγκεκριμένα, στο τέλος Ιουνίου 2003 ανακοινώνεται επίσημα από τη διοίκηση της ΟΠΑΠ ότι προχώρησε σε δύο ξεχωριστές συμφωνίες με ισάριθμες κυπριακές εταιρείες ( Royal Highgate Ltd και  Quantum CorporatioLtd) για την εξαγορά των δραστηριοτήτων που είχαν αναπτύξει στην τοπική αγορά του αθλητικού στοιχηματισμού και ειδικότερα των στοιχημάτων προκαθορισμένης απόδοσης. Χρειάζεται στο σημείο αυτό να επισημανθεί ότι η ΟΠΑΠ μετά την υπογραφή νέας διακρατικής συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου είχε αποφασίσει να ιδρύσει θυγατρική εταιρεία προκειμένου να αξιοποιήσει στο έπακρο τις νέες δυνατότητες εμπορικής εκμετάλλευσης όλων των υφισταμένων παιχνιδιών της (από το παραδοσιακό ΠΡΟ – ΠΟ μέχρι τα νεότευκτα αριθμολαχεία) πλην του παιχνιδιού «Πάμε Στοίχημα».

Και οι δύο συμφωνίες έθεταν σειρά από ρήτρες, η εκπλήρωση των οποίων από τα ενδιαφερόμενα μέρη θα οδηγούσε στην ολοκλήρωση των συμφωνιών και στη διενέργεια των συναλλαγών, δηλαδή της εξαγοράς των εταιρειών και των δραστηριοτήτων τους. Ενα μήνα μετά την αρχική συμφωνία η διοίκηση της ΟΠΑΠ ανακοινώνει στη διοίκηση της μίας εκ των δύο εταιρειών -στη διοίκηση της Royal Highgate- ότι μετά και τα αποτελέσματα του οικονομικού και νομικού ελέγχου και κυρίως την αρνητική εισήγηση των νομικών του συμβούλων που είχαν την ευθύνη του σχετικού ελέγχου (δημοσιογραφικές πληροφορίες αναφέρουν ότι πρόκειται για το δικηγορικό γραφείο που έχει ιδρύσει ο σημερινός πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας κ. Τάσσος Παπαδόπουλος) αδυνατεί να προχωρήσει στην ολοκλήρωσή της.

Αντίθετα, η διοίκηση της ΟΠΑΠ προχωρεί με εντατικούς ρυθμούς στην ολοκλήρωση της συμφωνίας της με την Quantum CorporatioLtd για την εξαγορά της θυγατρικής της Glory Leisure Ltd. Μάλιστα, αντί του αρχικού συμφωνηθέντος ποσοστού 55%, η ΟΠΑΠ τελικά εξαγοράζει το 90% των μετοχών της, ενώ παράλληλα διαπραγματεύεται και αποκτά συμμετοχή 20% στην εταιρεία του ίδιου επιχειρηματικού ομίλου, την Glory Τechnology.

Η επιλογή αυτή της ΟΠΑΠ να εξαγοράσει μερίδιο σε μία εταιρεία τεχνολογικών εφαρμογών και υποστήριξης συστημάτων για τυχερά παιχνίδια (ανταγωνίζονται με την Ιντραλότ σε πολλά σημεία του πλανήτη για την προώθηση των συστημάτων τους και την ανάθεση της διαχείρισης παιχνιδιών) θεωρήθηκε ως casus beli από την πλευρά Κόκκαλη, γιατί προδιέγραφε τις επόμενες κινήσεις της διοίκησης Κοσκινά στον δρόμο της τεχνολογικής απεξάρτησης. Επιπλέον, η διοίκηση της ΟΠΑΠ με την εξαγορά της Glory  επιχειρούσε για πρώτη φορά έπειτα από χρόνια προνομιακής σχέσης με την Ιντραλότ όχι μόνο να διεκδικήσει έναν αυτοδύναμο ρόλο στην επιχειρηματική επέκταση στη διεθνή αγορά (με ό,τι αυτό συνεπάγεται στους τομείς της τεχνογνωσίας κ.λπ.), αλλά έθετε σε δημόσια θέα και κυρίως σε ανοικτή σύγκριση συστήματα, τιμές και αξίες. Με δύο λόγια, θέματα λειτουργικής αξιοπιστίας και επιχειρηματικής εμπιστοσύνης έπεφταν το ένα μετά το άλλο στο τραπέζι μιας πρώιμης συνολικής επαναδιαπραγμάτευσης δίχως εκ των προτέρων πολιτικές καλύψεις και σκοπιμότητες και πάντως με ένα και μοναδικό κριτήριο: Εκείνο της ανταγωνιστικής αγοράς, των πολλαπλών επιλογών και των μακροπρόθεσμων συμφερόντων των μετόχων (συμπεριλαμβανομένου και του Δημοσίου).

Επειτα από αυτήν την εξέλιξη η «ορφανή» Royal Highgate και οι μέτοχοί της δέχθηκαν τις προτάσεις της Ιντραλότ και ο γάμος μέσω της Intralot Betting Operations (Cyprus) ολοκληρώθηκε στις 16 Ιανουαρίου 2004. Η Ιντραλότ ελέγχει το 55% των μετοχών της Intralot (Cyprus) και μέσω αυτής την πλειοψηφία των μετοχών της Royal Highgate, η οποία και θα λειτουργεί πλέον ως όχημα για τις δραστηριότητές της στην κυπριακή αγορά και όχι μόνον. Και αυτό επισημαίνεται για τον εξής απλό λόγο: Στο πακέτο της εξαγοράς, σύμφωνα με αξιόπιστες τραπεζικές και χρηματιστηριακές πηγές της κυπριακής αγοράς, περιλαμβάνεται και η εταιρεία Royal Highgate.com με έδρα τη Μάλτα, όπου η κύρια δραστηριότητά της είναι η διενέργεια στοιχημάτων προκαθορισμένης απόδοσης μέσω Ιντερνετ. Η εν λόγω εταιρεία, όπως επιμένουν οι πληροφορίες, δέχεται και στοιχήματα από παίκτες που παίζουν από την Ελλάδα…