ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Hedge funds: μυστήριο και υψηλές αποδόσεις

Υψηλές αποδόσεις ακόμα και σε αρνητικό για τις αγορές περιβάλλον, αλλά και βελτίωση των τεχνικών διαχείρισης του κινδύνου, έχουν δημιουργήσει έκρηξη στο ρυθμό αύξησης των κεφαλαίων, τα οποία διαχειρίζονται τα hedge funds. Καθόλη τη διάρκεια των τελευταίων τριών ετών, τα hedge funds αναδεικνύονται ως ο ταχύτερα αναπτυσσόμενος τομέας της διαχείρισης κεφαλαίων, καθώς οι σταθερά υψηλές αποδόσεις της προηγούμενης δεκαετίας ετών έχουν προσελκύσει επενδυτικά κεφάλαια τα οποία ξεπερνούν το ένα τρισ. δολάρια, ενώ ο αριθμός τους πλησιάζει τα 9,000 διαφορετικά Funds. Ακόμα και κατά τη διάρκεια της τριετίας, η οποία έληξε τον περασμένο Μάρτιο και κατά την οποία καταστράφηκε περισσότερο από το 50% της παγκόσμιας χρηματιστηριακής κεφαλαιοποίησης, οι αποδόσεις των hedge funds ξεπέρασαν το 20% σε ετήσια βάση. Οι υψηλές αποδόσεις με χαμηλή διακύμανση, αλλά και η αυξανόμενη δυσπιστία των επενδυτών για τις κλασικές μορφές επένδυσης ενισχύουν τις εισροές προς τα hedge funds, ενώ η σχεδόν απόλυτη ελευθερία στην επιλογή και τη διαχείριση της επενδυτικής στρατηγικής προσελκύουν τους ικανότερους από τους παραδοσιακούς fund managers.

Ελλιπής πληροφόρηση και πέπλο μυστηρίου εξακολουθούν να καλύπτουν σε μεγάλο βαθμό την αγορά των hedge funds, καθώς οι θεσμικοί περιορισμοί δεν επιτρέπουν την επικοινωνία των διαχειριστών με το ευρύ επενδυτικό κοινό. Οργανωμένα κυρίως σε παράκτιες δικαιοδοσίες, όπως οι Μπαχάμες και οι Βρετανικές Παρθένες Νήσοι, τα hedge funds στοχεύεουν σε απόλυτες αποδόσεις, ανεξάρτητα δηλαδή από την πορεία δεικτών αναφοράς, όπως ο αμερικανικός χρηματιστηριακός δείκτης S&P 500, o γερμανικός Dax 100, ή ακόμα και δείκτες κρατικών ή εταιρικών ομολόγων. Με άλλα λόγια, συνδυάζοντας διάφορες στρατηγικές, τόσο στις ίδιες τις αγορές όσο και στις αγορές παραγώγων, και χρησιμοποιώντας συχνά μόχλευση των παγίων τους, στοχεύουν στην επίτευξη απόλυτων θετικών αποδόσεων, ακόμα και κατά την περίοδο πτωτικών αγορών, όπως δηλαδή συνέβη κατά την τριετία από τον Μάρτιο του 2000 έως τον Μάρτιο του 2003. Το γεγονός ότι είναι οργανωμένα σε παράκτιες δικαιοδοσίες, επιτρέπει στα hedge funds να χρησιμοποιούν στρατηγικές και να παίρνουν θέσεις τις οποίες δεν επιτρέπεται να αναλάβουν τα κλασικά αμοιβαία κεφάλαια. Επιπλέον, καθώς ακόμα και σε περιόδους ανόδου των αγορών, τα περισσότερα από τα κλασικά αμοιβαία κεφάλαια δεν καταφέρνουν να ξεπεράσουν τις αποδόσεις των δεικτών αναφοράς τους, το γεγονός ότι οι αποδόσεις των hedge funds είναι σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητες από τις αποδόσεις των ίδιων των αγορών τα καθιστά ιδιαίτερα ελκυστικά στους επενδυτές. Πράγματι, σύμφωνα με τα στοιχεία του εγκυρότερου δείκτη της αγοράς των hedge funds, τον οποίο διαχειρίζεται η CSFB/Tremont και ο οποίος περιλαμβάνει περίπου 1000 funds, τα hedge funds σημείωσαν συνολική απόδοση η οποία ξεπέρασε το 186% από το 1993 μέχρι σήμερα, έναντι 140% για τον δείκτη MSCI της αμερικανικής κεφαλαιαγοράς, 73% για την ελληνική αγορά και 89% για το διεθνή χρηματιστηριακό δείκτη. Οπως φαίνεται και στο παραπάνω γράφημα, μόνο το 1994, τον πρώτο χρόνο δηλαδή για τον οποίο υπάρχουν ιστορικά στοιχεία του δείκτη, τα hedge funds σημείωσαν αρνητική απόδοση. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια των τελευταίων δέκα ετών, οπότε σημειώθηκε και η χειρότερη περίοδος απαξίωσης του συνόλου των διεθνών κεφαλαιαγορών, τα hedge funds σημείωσαν μέση ετήσια απόδοση, η οποία ξεπέρασε το 11% με κλάσμα μόνο της διακύμανσης την οποία σημείωσαν οι υπόλοιπες αγορές.

Το πρώτο hedge fund δημιουργήθηκε ήδη από το 1949, όταν ο Alfred Jones διαμόρφωσε το χαρτοφυλάκιο το οποίο διαχειριζόταν, αντισταθμίζοντας το ρίσκο από τις ανοιχτές θέσεις του στην αγορά, μέσω short θέσεων (πουλώντας δηλαδή μετοχές, τις οποίες έκρινε ως υπερτιμημένες και τις οποίες δανειζόταν). Με άλλα λόγια, το πρώτο αυτό hedge fund, το οποίο αποτελεί και το πρώτο long/short fund, μετατόπισε το βάρος της διαχείρισης, από την πρόβλεψη της πορείας της αγοράς, στον εντοπισμό υπερτιμημένων και υποτιμημένων μετοχών. Παράλληλα, μέσω συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης (futures) καθιστούσε το fund ανεξάρτητο από τον συστηματικό κίνδυνο των αγορών. Ουσιαστικά δηλαδή, ανεξάρτητα από την πορεία της αγοράς, η επενδυτική στρατηγική απέφερε υψηλές αποδόσεις, εφόσον ο εντοπισμός των υπερτιμημένων και υποτιμημένων μετοχών ήταν ακριβής. Είκοσι σχεδόν χρόνια μετά την εκκίνηση του πρώτου hedge fund, οι αποδόσεις του υπερέβαιναν τις αποδόσεις όλων των αμερικανικών αμοιβαίων κεφαλαίων της εποχής. Οι ιδιαίτερα υψηλές αποδόσεις του fund του κ. Jones, προσέλκυσαν πλήθος νέων hedge funds, τα οποία αριθμούσαν ήδη περίπου 200, στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Η πετρελαϊκή κρίση στις αρχές της δεκαετίας του ’70 και η αναστάτωση των αγορών όμως οδήγησε στη χρεοκοπία του μεγαλύτερου αριθμού εξ αυτών. Ενα από τα ελάχιστα hedge funds, τα οποία επέζησαν από την κρίση ήταν το Quantum Fund του Τζ. Σόρος, ο οποίος έγινε ευρύτερα γνωστός από τα κέρδη του Fund του, τα οποία ξεπέρασαν το ένα δισ. δολάρια, κατά την κρίση της αγγλικής λίρας το 1992. Οι υψηλές αποδόσεις των hedge funds κατά την περίοδο 1987 έως 1993 έδωσαν νέα ώθηση στην αγορά και δημιουργήθηκε πλήθος νέων funds. Οι αλλεπάλληλες και ιδίως απρόβλεπτες όμως αυξήσεις επιτοκίων εκ μέρους της Fed το 1994, αλλά και η χρεοκοπία του Long Term Capital Management to 1998, η οποία έθεσε σε κίνδυνο το σύνολο των διεθνών αγορών δημιούργησαν νέα κρίση στην αγορά των hedge funds. Καθώς όμως τα τελευταία χρόνια βελτιώθηκε η διαχείριση του κινδύνου, ενώ παράλληλα αυξήθηκε η ζήτηση επενδυτικών εναλλακτικών που να μην επηρεάζονται από την κυκλικότητα των αγορών, ο τομέας των hedge funds μπήκε σε νέα φάση ανάπτυξης, αλλά και ωριμότητας. Πράγματι, ενώ μέχρι περίπου το 1992, η κύρια πελατεία των hedge funds προερχόταν από ιδιώτες με μεγάλη κινητή περιουσία, τα τελευταία χρόνια το μεγαλύτερο μέρος των επενδυμένων κεφαλαίων προέρχεται από θεσμικούς επενδυτές και ιδιαίτερα από αμερικανικά συνταξιοδοτικά ταμεία. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι το καλιφορνέζικο Calpers, το μεγαλύτερο συνταξιοδοτικό ταμείο στις ΗΠΑ έχει ήδη επενδύσει περίπου ένα δισ. δολάρια σε hedge funds, ενώ την προηγούμενη εβδομάδα ανακοίνωσε ότι σκοπεύει να αυξήσει τις τοποθετήσεις του εντός του 2004. Παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία, υπολογίζεται ότι περισσότερα από 500 δισ. δολάρια θεσμικών επενδυτών είναι τοποθετημένα σε hedge funds. Παράλληλα, η αύξηση του ενδιαφέροντος των επενδυτών για τις εναλλακτικές μορφές επένδυσης, αλλά και ο φόβος της απώλειας των ικανότερων fund managers έχει οδηγήσει μεγάλο αριθμό παραδοσιακών διαχειριστών, όπως τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων στη δημιουργία hedge funds, τα οποία συμπεριλαμβάνουν στα χαρτοφυλάκια των πελατών τους.

Οι διάφορες στρατηγικές τις οποίες χρησιμοποιούν οι διαχειριστές των hedge funds κυμαίνονται από τον συνδυασμό long και short θέσεων, ώς τα event driven, τα οποία αγοράζουν ομόλογα και μετοχές χρεοκοπημένων επιχειρήσεων, όπως πρόσφατα της Parmalat, καθώς θεωρούν ότι η αντίδραση των αγορών είναι υπερβολική σχετικά με την πραγματική αξία τους. Τα πλέον γνωστά και μεγαλύτερα σε μέγεθος είναι τα macro funds, όπως το Quantum του Τζ. Σόρος, τα οποία επενδύουν στο σύνολο των αγορών όταν η αποτίμηση κάποιου νομίσματος, ή άλλου χρηματοοικονομικού παγίου, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική του αξία. Σύμφωνα με κατηγορίες του ΟΠΕΚ, διάφορα macro funds βρίσκονται πίσω από την άνοδο της τιμής του πετρελαίου κατά 30% από τον Σεπτέμβριο του 2003 μέχρι σήμερα, ενώ έχουν κατηγορηθεί ότι ευθύνονται και για τη δραματική άνοδο της ισοτιμίας του ευρώ. Η ταχύτερα αναπτυσσόμενη στατηγική όμως αφορά τα funds of funds, τα οποία επενδύουν σε άλλα funds εκμεταλλευόμενα την αδιαφάνεια και την ελλιπή πληροφόρηση σχετικά με την ίδια την αγορά των hedge funds. Τη στατηγική αυτή ακολουθούν και τα περισσότερα hedge funds τα οποία έχουν δημιουργήσει τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων και τα οποία συμπεριλαμβάνουν στα χαρτοφυλάκια των επενδυτών τους.

Ανεξάρτητα από τη στρατηγική την οποία ακολουθούν τα διάφορα hedge funds, το βασικό χαρακτηριστικό τους είναι η απουσία θεσμικού και εποπτικού πλαισίου. Σταδιακά όμως και κάτω από το βάρος χρηματοοικονομικών σκανδάλων, αυξάνονται οι πιέσεις για την ένταξή τους σε ένα πιο οργανωμένο θεσμικό περιβάλλον. Ηδη συζητείται στο αμερικανικό Κογκρέσο πρόταση της SEC, σχετικά με τον περιορισμό της απόλυτης ελευθερίας την οποία είχαν μέχρι σήμερα στη διαχείριση των παγίων τους. Το γεγονός όμως ότι ο μεγαλύτερος αριθμός των hedge funds εδρεύει σε παράκτιες δικαιοδοσίες δυσχεραίνει την επιβολή θεσμικού πλαισίου, ενώ τα ίδια τα hedge funds αντιδρούν στους περιορισμούς, τους οποίους πιστεύουν ότι θα λειτουργήσουν εις βάρος των μελλοντικών αποδόσεών τους. Γεγονός είναι όμως ότι μέσω της αποτελεσματικότερης διαχείρισης του ρίσκου, η αγορά των hedge funds έχει ωριμάσει σε μεγάλο βαθμό. Η διατήρηση όμως των εισροών σε αυτά, στον ίδιο ρυθμό όπως και στο παρελθόν, θα εξαρτηθεί κυρίως από τη δυνατότητά τους να εξακολουθήσουν να προσφέρουν υψηλές αποδόσεις στους επενδυτές, ανεξάρτητα από την πορεία των αγορών.