ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Με την ανοχή Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και X.A.

Οι μέτοχοι είναι μέτοχοι και μπορούν να αποφασίσουν σύμφωνα με τα συμφέροντά τους και κανείς δεν έχει αντίρρηση γι’ αυτό. Το ίδιο συμβαίνει και με τους επιχειρηματίες. Το θέμα, όμως, που προκύπτει από την προϊστορία που εκθέσαμε παραπάνω είναι η στάση του Χρηματιστηρίου και των Εποπτικών Αρχών – στη συγκεκριμένη περίπτωση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

Ούτε η διοίκηση του Χρηματιστηρίου και πολύ περισσότερο η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, που μπροστά στα μάτια τους εξελίχθηκε για χρόνια αυτό το γαϊτανάκι των εγκρίσεων και επανεγκρίσεων των αυξήσεων του μετοχικού κεφαλαίου της μετεξελιγμένης ΑΕΜΕΤ, δεν παρενέβησαν τουλάχιστον για να σταματήσουν τον διασυρμό ενός θεσμού. Αντιθέτως, μάλιστα, έμειναν για χρόνια αδρανείς,  προσηλωμένοι στον τύπο και το γράμμα του νόμου και όχι στην ουσία του ζητήματος. Πρόκειται για ένα ζήτημα που επαναφέρει στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης και προβληματισμού την προάσπιση από τις Αρχές του δημοκρατικού δικαιώματος των μετόχων της μειοψηφίας από τις αλαζονικές συμπεριφορές των μεγαλομετόχων («Γιάννης κερνά και Γιάννης πίνει») αλλά και της εξασφάλισης της πλήρους και ουσιαστικής ενημέρωσης για όλα όσα οι διοικήσεις των εταιρειών δεν δίνουν έγκυρα και έγκαιρα στο φως της δημοσιότητας.

Για παράδειγμα, ποιος εκ των αρμοδίων θα απαντήσει για την ανοχή απέναντι σε περίεργα παιχνίδια που στήθηκαν σε μία εταιρεία που βρίσκεται από το καλοκαίρι του 1999 σε καθεστώς αναστολής διαπραγμάτευσης, δίχως καμία ουσιαστική λειτουργία; Ποιος πήρε την ευθύνη -και πότε- να αναδείξει και να καυτηριάσει δημόσια αυτές τις συγκεκριμένες επιχειρηματικές συμπεριφορές που πλήττουν ανεπανόρθωτα το κύρος και την αξιοπιστία του χρηματιστηριακού θεσμού και ενισχύουν τις τάσεις απαξίωσης; Γιατί και για ποιο λόγο πήγαν περίπατο οι διακηρύξεις περί «εταιρικής διακυβέρνησης» και τα λεγόμενα «ποιοτικά κριτήρια»; O θεσμός του Χρηματιστηρίου δεν μπορεί να αναπτυχθεί και να αποτελέσει μοχλό ανάπτυξης της οικονομικής ζωής ούτε με τέτοιου είδους αποτιμήσεις και σχέσεις ανταλλαγής ούτε με τέτοιου είδους επιχειρηματικές συμπεριφορές. Αλλωστε, ουδείς θέλει και επιθυμεί να επιστρέψουν οι γλεντοκόποι του ’99 στη Σοφοκλέους.