ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Αύξηση κερδών 48,9% η Εθνική το 2003

Ξεπέρασαν τις προσδοκίες τα αποτελέσματα της Εθνικής Τράπεζας για τη χρήση του 2003. Τα καθαρά προ φόρων και μετά δικαιωμάτων μειοψηφίας κέρδη του ομίλου ανήλθαν στα 521 εκατ. ευρώ έναντι 349,8 εκατ. ευρώ το 2002 παρουσιάζοντας αύξηση κατά 48,9%. H διοίκηση της Εθνικής αποφάσισε να προτείνει στην τακτική γενική συνέλευση των μετόχων της τράπεζας τη διανομή μερίσματος 0,65 ευρώ ανά μετοχή (έναντι 0,41 ευρώ το 2002). Με βάση το χθεσινό κλείσιμο της μετοχής της Εθνικής Τράπεζας στο Χρηματιστήριο Αθηνών (23,34 ευρώ) η μερισματική απόδοση διαμορφώνεται στο λίαν ελκυστικό 2,78%.

Τα καθαρά κέρδη του ομίλου μετά την αφαίρεση των φόρων και των δικαιωμάτων μειοψηφίας διαμορφώθηκαν στα 360,3 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση της τάξεως του 69%. H εντυπωσιακή βελτίωση της κερδοφορίας της Εθνικής αποδίδεται στη σημαντική ενίσχυση των οργανικών πηγών εσόδων του ομίλου αλλά και τη συγκράτηση των δαπανών.

Συγκεκριμένα:

– Αύξηση 9,9% παρουσιάζουν τα καθαρά επιτοκιακά αποτελέσματα του ομίλου, υπερβαίνοντας τα 1,3 δισ. ευρώ.

– Το επιτοκιακό περιθώριο του ομίλου προσέγγισε το 2,67% που αποτελεί ρεκόρ 5ετίας. Σύμφωνα με ανακοίνωση της Εθνικής η σταθερά ανοδική πορεία του επιτοκιακού περιθωρίου κατά τα δύο τελευταία έτη είναι αποτέλεσμα της στρατηγικής αναδιάρθρωσης της σύνθεσης του ενεργητικού του ομίλου μέσω της επέκτασης του δανειακού χαρτοφυλακίου και κυρίως των χαρτοφυλακίων λιανικής τραπεζικής και μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

– Αύξηση κατά 16,3% σημειώνουν οι καθαρές προμήθειες του ομίλου. Ταχύτερος ρυθμός αύξησης καταγράφεται στις προμήθειες λιανικής τραπεζικής (+22,6%), διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων (+33,8%) και επενδυτικής τραπεζικής (+46%).

– Αυξημένη κατά 19% είναι η οργανική κερδοφορία του δικτύου του εξωτερικού παρά την αρνητική επίδραση της συνεχιζόμενης διολίσθησης του αμερικανικού δολαρίου. Τα οργανικά κέρδη του δικτύου του εξωτερικού ανήλθαν σε 85,9 εκατ. ευρώ. Ιδιαίτερη δυναμική παρουσιάζουν οι μονάδες της ΝΑ Ευρώπης, οι οποίες το 2003 διπλασίασαν την κερδοφορία τους σε σχέση με το 2002.

– Στην ιδιαίτερα θετική εικόνα των αποτελεσμάτων του ομίλου καθοριστική ήταν η συμβολή της συγκράτηση του κόστους. Οι δαπάνες προσωπικού παρέμειναν στα επίπεδα του 2002, ενώ η αύξηση των λοιπών εξόδων διοίκησης περιορίστηκε σε επίπεδα χαμηλότερα του πληθωρισμού (2,7%). Η συγκράτηση του κόστους είχε ως αποτέλεσμα τη δραστική βελτίωση του δείκτη αποτελεσματικότητας του ομίλου από 71,7% σε 66,2%.

Οι χορηγήσεις μετά την αφαίρεση των προβλέψεων ανήλθαν σε 21,6 δισ. ευρώ (+10,5%). Σύμφωνα με τη διοίκηση της ETE το 2003 συνεχίστηκε η δυναμική επέκταση στη λιανική τραπεζική, η οποία οδήγησε στον υπερδιπλασιασμό των υπολοίπων στον τομέα αυτό κατά την τελευταία 3ετία. Την περασμένη χρονιά, το χαρτοφυλάκιο της λιανικής τραπεζικής αυξήθηκε με ρυθμό της τάξης του 25% και αντιπροσωπεύει πλέον το 55% του συνόλου των χορηγήσεων της ΕΤΕ (48% το 2002 και 37% το 2000). Αύξηση κατά 21,5% σημειώνουν τα υπόλοιπα στεγαστικής πίστης ενώ το μερίδιο αγοράς της τράπεζας στη στεγαστική πίστη διατηρείται στα επίπεδα του 26%. Αύξηση κατά 27% παρουσιάζουν τα υπόλοιπα καταναλωτικών δανείων και καρτών, ενώ αύξηση κατά 65% εμφανίζουν τα υπόλοιπα της επαγγελματικής πίστης.

Οι καταθέσεις όψεως και προθεσμίας αυξήθηκαν κατά 4,2% ενώ το μερίδιο αγοράς της ETE στην αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων ενισχύθηκε στο 25,3%.

Ο βασικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας του ομίλου (Tier I) ενισχύθηκε περαιτέρω στο 10,3% έναντι 7,4% στο τέλος του 2002, ενώ ο συνολικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας (Tier I & II) αναμένεται να προσεγγίσει το 13,1% (2002: 10,4%).

Στην ενοποιημένη λογιστική κατάσταση περιλαμβάνονται 39 θυγατρικές εταιρείες της Εθνικής που δραστηριοποιούνται στον χρηματοπιστωτικό τομέα και οι οποίες αποτιμήθηκαν με τη μέθοδο της ολικής ενοποίησης. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η NBG funding Ltd και η Banca Romaneasca, οι οποίες ενοποιήθηκαν για πρώτη φορά.

Περιλαμβάνονται ακόμα 19 θυγατρικές και συνδεδεμένες επιχειρήσεις μη χρηματοπιστωτικού τομέα και οι οποίες αποτιμήθηκαν με τη μέθοδο της καθαρής θέσης. Σημειώνεται ότι η τράπεζα εν όψει της εφαρμογής των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων προχώρησε το 2003 στην αναπροσαρμογή της αξίας των ακινήτων της. Προέκυψε υπεραξία ύψους 436,99 εκατ. ευρώ η οποία συμψηφίστηκε εν μέρει με διαφορές που προέκυψαν από αποτίμηση σε μετοχές και χρεόγραφα. Μετά τους συμψηφισμούς η εναπομένουσα υπεραξία, ύψους 382,9 εκατ. ευρώ, εμφανίζεται στον λογαρισμό ειδικού αποθεματικού.