ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Επιβεβαιώνονται οι υψηλές προσδοκίες των τραπεζών

Επιβεβαιώνουν τις υψηλές προσδοκίες για την κερδοφορία των τραπεζών το 2003 τα αποτελέσματα που ανακοινώνονται. Τόσο τα αποτελέσματα της Εθνικής όσο και της Πειραιώς ήταν υψηλότερα των αρχικών εκτιμήσεων, ενώ διάχυτη είναι η αισιοδοξία και για τις επιδόσεις των άλλων μεγάλων τραπεζών.

Η Εθνική άνοιξε εντυπωσιακά την αυλαία των τραπεζικών αποτελεσμάτων παρουσιάζοντας σε ενοποιημένη βάση καθαρά -προ φόρων και μετά δικαιωμάτων μειοψηφίας- κέρδη ύψους 521 εκατ. ευρώ (+48,9%), ενώ κατά 69% αυξήθηκαν τα καθαρά κέρδη του ομίλου (μετά την αφαίρεση των φόρων και των δικαιωμάτων μειοψηφίας) φτάνοντας τα 360,3 εκατ. ευρώ.

Η εντυπωσιακή βελτίωση της κερδοφορίας της Εθνικής αποδίδεται στη σημαντική ενίσχυση των οργανικών πηγών εσόδων του ομίλου, ενώ καταλυτική ήταν η συμβολή της συγκράτησης των δαπανών. Εξαιρετική είναι και η εικόνα των δεικτών αποδοτικότητας και κεφαλαιακής επάρκειας της ΕΤΕ.

Β Ισχυρή αύξηση παρουσίασαν και τα κέρδη της Τράπεζας Πειραιώς. Τα κέρδη προ φόρων και μετά δικαιωμάτων μειοψηφίας για τη χρήση του 2003, ανήλθαν στα 137,8 εκατ. ευρώ έναντι 90,3 εκατ. ευρώ το 2002 παρουσιάζοντας αύξηση κατά 52,6%. H δυναμική ανάπτυξη της Πειραιώς αποδίδεται στη σημαντική βελτίωση του καθαρού περιθωρίου τόκων και εν γένει των λειτουγικών εσόδων. Σε υψηλά επίπεδα διαμορφώνεται και ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας της τράπεζας, ο οποίος εκτιμάται ότι ξεπερνά το 11%.

H σημαντική ενίσχυση των κερδών, όπως είναι φυσικό, οδηγεί και σε αύξηση των μερισμάτων. Η διοίκηση της Εθνικής θα προτείνει στην τακτική γενική συνέλευση των μετόχων της τη διανομή μερίσματος ύψους 0,65 ευρώ ανά μετοχή και με βάση την τρέχουσα χρηματιστηριακή τιμή της μετοχής της ΕΤΕ η μερισματική απόδοση διαμορφώνεται στο ελκυστικό 2,81%. Το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας Πειραιώς θα προτείνει τη διανομή μερίσματος 0,30 ευρώ ανά μετοχή που αντιστοιχεί (με βάση την τρέχουσα χρηματιστηριακή τιμή) σε μερισματική απόδοση της τάξης 3%, επίδοση λίαν ελκυστική.

Κέρδη και η Αγροτική

Θετική ήταν η εικόνα και για την Αγροτική Τράπεζα, η οποία ανακοίνωσε κέρδη ύψους 132,78 εκατ. ευρώ παρουσιάζοντας σε σχέση με το 2002 αύξηση σε ποσοστό 38,76%. Και εδώ στελέχη της τράπεζας αποδίδουν την άνοδο των κερδών κυρίως στη βελτίωση του λειτουργικού αποτελέσματος, ωστόσο αρκετοί αναλυτές διατηρούν κάποιες επιφυλάξεις για την οικονομική κατάσταση της Αγροτικής κάνοντας λόγο για αυξημένες επισφάλειες και άλλα «σκοτεινά σημεία» στον ισολογισμό.

Γενική: ενίσχυση εσόδων

Η Γενική Τράπεζα έκλεισε την προηγούμενη χρήση με κέρδη προ φόρων και μετά την αφαίρεση των προβλέψεων για επισφαλείς απαιτήσεις ύψους 7,7 εκατ. ευρώ έναντι ζημιών 27,9 εκατ. ευρώ το 2002. Σύμφωνα με ανακοίνωση της τράπεζας, η αύξηση προήλθε κυρίως από την ενίσχυση των εσόδων από τραπεζικές εργασίες, καθώς και από τη συγκράτηση των λειτουργικών δαπανών.

Την ερχόμενη εβδομάδα κορυφώνεται το ενδιαφέρον για τον κλάδο, καθώς μέχρι την Παρασκευή 27 Φαβρουαρίου θα έχει ολοκληρωθεί η δημοσιοποίηση όλων των ισολογισμών των τραπεζών για τη χρήση του 2003.

Την Τρίτη 24 Φεβρουαρίου ανακοινώνει τα αποτελέσματά της η Emporiki Bank και ακολουθούν την επομένη 25/2 η Alpha Bank και την Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου η EFG Eurobank-Ergasias. Αναμένονται ακόμα τα αποτελέσματα της Ασπίς Στεγαστική, της Αττικής, της Εγνατία και της Τράπεζας Κύρπου.

Οι εκτιμήσεις των αναλυτών συγκλίνουν ότι η αύξηση των κερδών της Alpha Bank θα προσεγγίσει το 60%, ενώ για την EFG Eurobank -Ergasias αναμένεται αύξηση της τάξης του 35%. Για την Εμπορική Τράπεζα οι προβλέψεις βρίσκονται κοντά στο 20%, ενώ η Τράπεζα Κύπρου θα εμφανίσει και το 2003 ζημίες (ωστόσο, σημαντικά χαμηλότερες από αυτές του 2002), αποτέλεσμα των αυξημένων προβλέψεων.

Τα πρώτα συμπεράσματα

Κοινό σημείο των λογιστικών καταστάσεων που έχουν μέχρι στιγμής δημοσιευθεί είναι ότι η δυναμική ανάκαμψη της κερδοφορίας των τραπεζών οφείλεται κυρίως στη σημαντική ενίσχυση των οργανικών πηγών εσόδων και τη συγκράτηση των δαπανών.

Επίσης περιορισμένη είναι η συμμετοχή των χρηματοοικονομικών αποτελεσμάτων, δηλαδή κέρδη που τροφοδοτούνται από την ανάκαμψη του Χρηματιστηρίου Αθηνών, στο τελικό αποτέλεσμα. Ολες οι τράπεζες έχουν μετανιώσει πικρά για την αλόγιστη πολιτική διόγκωσης των κερδών με εφήμερα έσοδα από χρηματιστηριακές πράξεις που ακολούθησαν υπό την επήρεια της χρηματιστηριακής μέθης του 1999.

Είναι χαρακτηριστικό ότι σε ενοποιημένο επίπεδο η Εθνική Τράπεζα το 1999 παρουσίασε κέρδη προ φόρων και μετά δικαιωμάτων μειοψηφίας ύψους 946 εκατ. ευρώ (περίπου διπλάσια του 2003), εκ των οποίων όμως τα 723 εκατ. ευρώ ήταν αποτελέσματα χρηματοοικονομικών πράξεων! Ανάλογη τακτική ακολούθησαν και οι περισσότερες τράπεζες -ειδικά οι μεγάλες- με αποτέλεσμα την κατακόρυφη πτώση των κερδών μετά το 2000.

Ωστόσο, στη διετία 2001-2002 πραγματοποιήθηκε μια τεράστια προσπάθεια εξορθολογισμού. Εστρεψαν όλη τους την προσοχή τους στην ανάπτυξη των τραπεζικών εργασιών δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στην τραπεζική λιανική, αλλά και την επέκτασή τους στις πολλά υποσχόμενα γειτονικές βαλκανικές χώρες.

Παράλληλα επιχειρήθηκε η πλήρης απαγκίστρωσή τους από ανορθόδοξες χρηματιστηριακές πρακτικές. Πλέον έχουν περιορίσει τα έσοδα χρηματοοικονομικών πράξεων σε επικουρική και όχι σε καθοριστική πηγή εσόδων. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι επιτελείς των τραπεζών υπολογίζουν τη μελλοντική εξέλιξη των κερδών βασιζόμενοι σε έσοδα από καθαρά λειτουργικές δραστηριότητες έχοντας θέσει ως υπόθεση εργασίας ότι το Χρηματιστήριο Αθηνών τα επόμενα χρόνια είτε θα παραμείνει στάσιμο είτε θα αποκομίσει μικρά κέρδη.

Κομβικό σημείο στη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης των τραπεζικών ιδρυμάτων ήταν η συγκράτηση των δαπανών, προσπάθεια που εξακολουθεί να βρίσκεται σε εξέλιξη. Μετά τις μεγάλες επεκτατικές κινήσεις των προηγούμενων ετών εμφανίστηκαν υπερβολές και μάλιστα τα υψηλά και ανελαστικά έξοδα ορισμένων τραπεζών είχαν δημιουργήσει ασφυκτικές καταστάσεις. Από το 2000 πραγματοποιήθηκε μια συστηματική προσπάθεια συγκράτησης και περιορισμού των εξόδων με το «πάγωμα» προσλήψεων, την εφαρμογή προγραμμάτων εθελουσίας αποχώρησης εργαζομένων και εν γένει την περιστολή της σπατάλης.

Τα αποτελέσματα της πολιτικής αυτής αποτυπώνονται στα μεγέθη του 2003 και αναμένεται να οδηγήσουν σε περαιτέρω βελτίωση της οικονομικής κατάστασης των τραπεζών τα επόμενα χρόνια. H εύλογη προσδοκία περαιτέρω ανάπτυξης της τραπεζικής λιανικής σε συνδυασμό με τα έσοδα που θα έρθουν από τις σημαντικές επενδύσεις που έχουν πραγματοποιήσει οι ελληνικές τράπεζες στα Βαλκάνια διαμορφώνουν εξαιρετικά θετικές προοπτικές για τον κλάδο.