ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Στεγαστική… έκρηξη κερδών στις τράπεζες

Με ένταση συνεχίζεται η ανάπτυξη των τραπεζών και τη φετινή χρονιά. H τραπεζική λιανική, και ειδικά η στεγαστική πίστη, παραμένει η αιχμή του δόρατος, διαψεύδοντας τις εκτιμήσεις περί επιβράδυνσης των ρυθμών πιστωτικής επέκτασης.

Με τη «χρυσοφόρο» λιανική να τρέχει με υψηλούς ρυθμούς, οι τράπεζες αναμένεται να παρουσιάσουν και στο πρώτο τρίμηνο του 2006 αποτελέσματα ρεκόρ. H αλήθεια είναι ότι η υψηλή κερδοφορία των τραπεζών δεν εκπλήσσει, καθώς την τελευταία διετία, κυρίως λόγω της κατακόρυφης αύξησης του δανεισμού και της μείωσης του λειτουργικού κόστους, τα κέρδη των τραπεζών καταρρίπτουν το ένα ιστορικό ρεκόρ μετά το άλλο.

Μεθαύριο Τρίτη 9 Μαΐου η EFG Eurobank Ergasias ανοίγει την αυλαία των ανακοινώσεων των επιδόσεων των τραπεζών για το πρώτο τρίμηνο και ακολουθούν την Τετάρτη 10 Μαΐου η Τράπεζα Πειραιώς και μια εβδομάδα μετά, στις 17 Μαΐου, η Alpha Bank. Εθνική, Εμπορική και Αγροτική Τράπεζα θα δημοσιεύσουν τα αποτελέσματά τους περί τα τέλη Μαΐου. Πέραν των υψηλών ρυθμών ανάπτυξης, η κερδοφορία ορισμένων τραπεζών θα επηρεαστεί θετικά και από έκτακτους παράγοντες, όπως η λογιστικοποίηση των κερδών από την πώληση του μεριδίου της ING που κατείχε η Τράπεζα Πειραιώς.

Το βέβαιο είναι ότι η κερδοφορία του πρώτου τριμήνου των μεγάλων θα «τρέξει» με ρυθμούς σημαντικά υψηλότερους του 25% και θα ξεπεράσει τους στόχους κερδοφορίας που έχουν θέσει οι διοικήσεις των τραπεζών. H Εθνική Τράπεζα στο τριετές επιχειρηματικό σχέδιο προβλέπει αύξηση κερδών τουλάχιστον κατά 20% το 2006. Σημειώνεται ότι οι επιτελείς της Εθνικής, μετά την εξαγορά της τουρκικής Finansbank, θα παρουσιάσουν νέο αναθεωρημένο σχέδιο, το οποίο θα τοποθετήσει ακόμα υψηλότερα τους στόχους ανάπτυξης. Στην πρόσφατη γενική συνέλευση της Alpha Bank ο επικεφαλής της τράπεζας Γιάννης Κωστόπουλος έθεσε στόχο την αύξηση των κερδών τουλάχιστον κατά 20%, ενώ ο κ. Νικόλαος Νανόπουλος, διευθύνων σύμβουλος της EFG Eurobank, δεσμεύτηκε στους μετόχους της τράπεζας για την αύξηση των κερδών τουλάχιστον κατά 23%. O κ. Μιχάλης Σάλλας, επικεφαλής της Τράπεζας Πειραιώς, προέβλεψε πρόσφατα ότι η αύξηση της κερδοφορίας του ομίλου θα διαμορφωθεί στο 45%. Μεγάλη βελτίωση κερδών αναμένεται να εμφανίζει και η Εμπορική Τράπεζα, καθώς το 2006 θα είναι η πρώτη χρήση κατά την οποία η τράπεζα θα λειτουργεί απαλλαγμένη από τα ασφαλιστικά βάρη, ενώ θετικά θα επηρεάσει και η ολοκλήρωση των ενεργειών εξυγίανσης του ομίλου. Ιδιαίτερα θετική θα είναι και η εικόνα της Αγροτικής Τράπεζας, απολαμβάνοντας τους πρώτους καρπούς της ριζικής εξυγίανσης που πραγματοποίησε την τελευταία διετία η διοίκηση Μηλιάκου.

Η υψηλή κερδοφορία των τραπεζών αναμένεται να αναζωπυρώσει τις αιτιάσεις περί τραπεζικών υπερκερδών. Στελέχη τραπεζών επισημαίνουν ότι αλίμονο αν οι τράπεζες αδυνατούσαν να επιτύχουν ικανοποιητική κερδοφορία σε μια περίοδο ταχείας πιστωτικής επέκτασης, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι η κερδοφορία πρέπει να εξετάζεται σε σχέση με τα απασχολούμενα κεφάλαια. Για παράδειγμα, τα κέρδη της Εθνικής το 2006 ανήλθαν στο εντυπωσιακό νούμερο των 727 εκατ. ευρώ, ωστόσο τα ίδια κεφάλαια της Εθνικής διαμορφώνονται στα 3,12 δισ. ευρώ. Με βάση τα «υπερκέρδη» του 2006, η αποδοτικότητα των ιδίων κεφαλαίων διαμορφώνεται στο 28,6%, απόδοση που δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί ως υπερβολική και προκλητική.

Η «χρυσοφόρα» λιανική

Τα νοικοκυριά εξακολουθούν να δανείζονται, κυρίως για αγορά κατοικίας, με υψηλούς ρυθμούς, τροφοδοτώντας τα έσοδα των τραπεζών. Αντίθετα, η επιχειρηματική πίστη εμφανίζεται στάσιμη. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος, τον Ιανουάριο τα δάνεια προς επιχειρήσεις μειώθηκαν οριακά κατά -0,4%, ενώ αντίθετα σημαντική αύξηση της τάξης του 1,6% σημείωσαν τα δάνεια προς τα νοικοκυριά. H εικόνα του Ιανουαρίου ξεπέρασε κατά πολύ τις προσδοκίες των τραπεζών, οι οποίες ανέμεναν ότι το 2006 θα ξεκινήσει μια ήπια επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης της στεγαστικής πίστης. Ωστόσο φαίνεται ότι -τουλάχιστον στο πρώτο τρίμηνο του έτους- η στεγαστική πίστη «τρέχει» με την ταχύτητα του 2005. Μικρή επιβράδυνση παρατηρείται στην καταναλωτική πίστη, που όμως εξακολουθεί να αυξάνεται με ρυθμούς άνω του 20% σε ετήσια βάση, νούμερο που θεωρείται ιδιαίτερα υψηλό.

Στελέχη τραπεζών σημειώνουν ότι η οικονομική συγκυρία είναι ιδιαίτερα θετική. Το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών αυξάνεται και τα επιτόκια παρά τις αυξήσεις των τελευταίων μηνών παραμένουν σε πολύ χαμηλά, και κατά συνέπεια ελκυστικά, επίπεδα.

Η αλματώδης ανάπτυξη της τραπεζικής λιανικής είναι αυτή που κάνει τη μεγάλη διαφορά στην κερδοφορία των τραπεζών, καθώς τα περιθώρια κερδους των τραπεζών είναι σημαντικά υψηλότερα από αυτά των επιχειρηματικών δανείων. Αν και τα περιθώρια στα στεγαστικά μειώνονται λόγω του εντεινόμενου ανταγωνισμού, παραμένουν σημαντικά υψηλότερα σε σχέση με τα περιθώρια που απολαμβάνουν οι μεγάλες επιχειρήσεις. Στο τέλος του 2005 το επιτοκιακό περιθώριο στη στεγαστική πίστη είχε διαμορφωθεί κοντά στο 2,35% (και σήμερα έχει συρρικνωθεί ακόμα χαμηλότερα), ενω για την καταναλωτική πίστη στο 8,4%. Το περιθώρια για τις μικρές επιχειρήσεις ήταν στο 5,30%, ενώ για τις μεγάλες επιχειρήσεις στο 1,9%.

Παρά τη θετική εικόνα της στεγαστικής πίστης, στελέχη τραπεζών αναγνωρίζουν ότι είναι θέμα χρόνου η μείωση των ρυθμών αύξησης. H μείωση των χορηγήσεων νέων στεγαστικών δανείων, σε συνδυασμό με τη συρρίκνωση του περιθωρίου κέρδους, θα επηρεάσει σημαντικά τα έσοδα των τραπεζών. H μοιραία επιβράδυνση των ρυθμών αύξησης των δανείων, μαζί με τη σημαντική μείωση των περιθωρίων κέρδους των τραπεζών λόγω της έντασης του ανταγωνισμού αλλά και τις (υψηλού κόστους) θεσμικές αλλαγές που προκαλεί η έλευση της Βασιλείας II, θα τερματίσει την εποχή της «εύκολης» και μαζικής ανάπτυξης των τραπεζών.

Μόνον οι πιο αποτελεσματικές τράπεζες θα συνεχίσουν να πετυχαίνουν ικανοποιητική αύξηση εσόδων και κερδών, ενώ όσες αδρανήσουν και δεν προσαρμοστούν γρήγορα στο νέο περιβάλλον θα δούν τα μερίδια και τα μεγέθη τους να συρρικνώνονται. Οι τράπεζες προετοιμάζονται και για την «αιματηρή μάχη» της μεταφοράς των στεγαστικών δανείων (από τράπεζα σε τράπεζα) αλλά και την προσέγγιση νέων αγορών, όπως των μικρομεσσαίων επιχειρήσεων και των ελεύθερων επαγγελματιών, αγορές που εμφανίζουν όμως σημαντικές δυσκολίες, λόγω της εκταταμένης φοροδιαφυγής και της απουσίας αξιόπιστων οικονομικών στοιχείων.