ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Διευρύνει την παρουσία της η ελληνική ποντοπόρος ναυτιλία

Μείωση των ναύλων στον κλάδο των μεταφορών ξηρού φορτίου (dry bulk) κατά 25% και από 15% έως 20% στον κλάδο των δεξαμενοπλοίων, προβλέπει για το 2006 η γενική διεύθυνση στρατηγικής και οικονομικής ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας, σύμφωνα με σχετική έκθεσή της. Ως βασικοί παράγοντες, που ενδεχομένως να συντελέσουν σε αυτή την υποχώρηση, θεωρούνται η αυξημένη προσφορά νέων πλοίων (οι παραγγελίες αγγίζουν το 25% του υφιστάμενου στόλου) και οι μεταβολές της ζήτησης που είναι πιθανόν να συμβούν από τις αναπτυσσόμενες χώρες και κυρίως την Κίνα, την Ινδία, τη Ρωσία και τη Βραζιλία.

Στο περιβάλλον αυτό, η ελληνική ποντοπόρος ναυτιλία έχει κατορθώσει να διευρύνει την παρουσία της, διατηρώντας την ηγετική της θέση. Ειδικότερα, ο ελληνόκτητος στόλος αναπτύσσεται σταθερά, αν και το μερίδιό του περιορίζεται, έναντι προηγούμενων ετών (2,2% την τελευταία διετία). Κατά το τρέχον έτος, υπολογίζεται ότι το μερίδιο της ελληνικής ναυτιλίας αγγίζει το 16% με βάση τη μεταφορική ικανότητα. Στη ναυτιλία απασχολούνται περισσότεροι από 160.000 εργαζόμενοι, ενώ το ναυτιλιακό συνάλλαγμα καλύπτει το 1/3 του εμπορικού ελλείμματος της χώρας.

Ομως, ο αριθμός των Ελλήνων ναυτικών μειώνεται διαρκώς, λόγω του ανταγωνισμού από πληρώματα χωρών, όπως οι Φιλιππίνες και η Ινδία. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που η επίδραση των θαλάσσιων μεταφορών στην ελληνική οικονομία έχει αυξηθεί σε 4,6% του ΑΕΠ και όχι περισσότερο, μιας και υπολογίζεται ότι αν δεν υπήρχε η μείωση αυτή των ελληνικών πληρωμάτων, η αύξηση θα ήταν έως και 3 ποσοστιαίες μονάδες περισσότερες σε ετήσια βάση. Πάντως, για το τρέχον έτος η έκθεση της Εθνικής Τράπεζας προβλέπει την αύξηση κατά 2% των καθαρών εισπράξεων από τις θαλάσσιες μεταφορές, προσεγγίζοντας τα 8,5 δισ. ευρώ. Κατόπιν τούτου, η θετική συνεισφορά στον ρυθμό ανάπτυξης του ΑΕΠ προσδιορίζεται στο 0,2%.

Η μεγάλη άνοδος των ναύλων κατά τη διετία 2003-2004 οδήγησε και στον εκσυγχρονισμό του ελληνικού στόλου. Ετσι, τα αυξημένα κέρδη των πλοιοκτητών τα προηγούμενα χρόνια τούς επέτρεψαν να προβούν σε σημαντικές επενδύσεις, με αποτέλεσμα σήμερα η μέση ηλικία του ελληνόκτητου στόλου να έχει μειωθεί στα 15,3 έτη, έναντι 20,3 ετών το 2000.