ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Τρεις τρόποι για την απόκτηση αυτοκινήτου

Τραπεζικό δάνειο, leasing και μακροχρόνια μίσθωση είναι οι τρεις τρόποι που προσφέρει σήμερα η ελληνική αγορά για την απόκτηση αυτοκινήτου. Από το leasing εξαιρείται ο μισθωτός, ο οποίος όμως αν επιθυμεί να απαλλαγεί από το βάρος της τακτικής συντήρησης του οχήματός του μπορεί να επιλέξει την τρίτη λύση.

Στο σημερινό ρεπορτάζ η «K», εξετάζει αυτές τις τρεις μορφές χρηματοδότησης, προκειμενου να αποσαφηνίσει ποια από αυτές συμφέρει τον ιδιώτη, ποια τον ελεύθερο επαγγελματία και τον επιχειρηματία, καθώς και τα φορολογικά ή τα άλλα χαρακτηριστικά τους.

Σίγουρα, ο πλέον διαδεδομένος τρόπος απόκτησης αυτοκινήτου είναι από τις αντιπροσωπείες αυτοκινήτων, οι οποίες του παρέχουν το αυτοκίνητο μέσω τραπεζικού δανεισμού, οι οποίες μάλιστα, προκειμένου να υπεριχύσουν έναντι του ανταγωνισμού, διαμορφώνουν συχνά προσφορές και εκπτωτικά πακέτα.

Με δανεισμό

Ωστόσο, ο ελεύθερος επαγγελματίας που θα αποκτήσει αυτοκίνητο με δανεισμό, πρέπει να γνωρίζει ότι μπορεί να δικαιολογήσει στην εφορία, το ποσό που αφορά τους τόκους, το οποίο και εκπίπτει από το ακαθάριστο εισόδημά του, ενώ πέραν της μηνιαίας δόσης επιβαρύνεται με τα διάφορα έξοδα του αυτοκινήτου, όπως τέλη κυκλοφορίας, ασφάλιση, συντήρηση κ.λπ.

Σε μια επιχείρηση τα πράγματα διαφοροποιούνται, καθώς το έξοδο αγοράς του αυτοκινήτου μπορεί να εγγραφεί στα πάγιά της και να δικαιολογήσει αποσβέσεις μέχρι το 60% της αξίας του αυτοκινήτου αν αυτό είναι μέχρι 1.400 κ.ε και μέχρι το 25% για αυτοκίνητα άνω των 1.600 κ.ε.

Μακροχρόνια μίσθωση

Ο άλλος τρόπος που είναι και λιγότερο διαδεδομένος λόγω της ασάφειας που τον διέπει ως προς τα φορολογικά του πλεονεκτήματα και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του, είναι εκείνος της μακροχρόνιας μίσθωσης.

Τα πλεονεκτήματα αυτού του τρόπου χρηματοδότησης για την αγορά αυτοκινήτου είναι ότι στο μηνιαίο μίσθωμα περιλαμβάνονται:

Μικτή Ασφάλεια, τέλη κυκλοφορίας, οδική βοήθεια, τακτική συντήρηση του αυτοκινήτου και αλλαγή ελαστικών, κάρτα καυσαερίων, ενώ γίνεται αντικατάσταση του αυτοκινήτου σε περίπτωση ακινητοποίησής του. Μάλιστα, σε περίπτωση ολοσχερούς καταστροφής του χορηγείται στον χρήστη του αυτοκινήτου, νέο όχημα ίδιο ή ανάλογο με το προηγούμενο, ώσπου να γίνει η αντικατάστασή του με τα χρήματα της αποζημίωσης από την ασφαλιστική εταιρεία. Σε αυτήν την περίπτωση, ο χρήστης συνεχίζει να καταβάλλει τα προσυμφωνημένα μισθώματα, καθώς χρησιμοποιεί αυτοκίνητο που του χορηγεί η εταιρεία μακροχρόνιας μίσθωσης με την οποία συνεργάζεται για όλο το διάστημα που θα απαιτηθεί, προκειμένου να γίνει η αντακτάσταση του δικού του.

Αν επιλέξει τη μακροχρόνια μίσθωση με δικαίωμα εξαγοράς, τότε τα μισθώματα είναι υψηλότερα από εκείνα που θα ίσχυαν χωρίς το δικαίωμα εξαγοράς στη λήξη της σύμβασης. Επίσης, η μηνιαία δόση ειναι υψηλότερη από την αντίστοιχη της δόσης του δανείου, στην οποία ωστόσο δεν συμπεριλαμβάνονται τα έξοδα του αυτοκινήτου, όπως ασφάλιση, τέλη κυκλοφορίας, service κ.λπ.

Το ερώτημα που τίθεται είναι αν τελικά συμφέρει τον ελεύθερο επαγγελματία να αποκτήσει I.X. μέσω της μακροχρόνιας μίσθωσης:

Δηλαδή, εκπίπτει φορολογικά το μηνιαίο μίσθωμα του ή όχι;

Προϋπόθεση είναι ο ενδιαφερόμενος να τηρεί βιβλία Εσόδων Εξόδων και να δηλώνει έσοδα που να δικαιολογούν το έξοδο αγοράς του αυτοκινήτου.

Οπως επισημαίνουν στελέχη των εταιρειών του κλάδου μακροχρόνιας μίσθωσης, δεν υπάρχει ρητή νομική πρόβλεψη για το συγκεκριμένο θέμα. Συγκλίνουν, όμως, στην άποψη ότι εφόσον υπάρχει λογική συνάφεια μεταξύ του τζίρου που εμφανίζει ο ελεύθερος επαγγελματίας, των αναγκών του και της αξίας του αυτοκινήτου που επιλέγει, τότε μπορεί το μίσθωμα να εκπέσει μέχρι και 100%.

Σε κάθε περίπτωση, -όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν στελέχη του κλάδου- είναι στη διακριτική ευχέρεια του έφορα να αναγνωρίσει και μέχρι ποιο ποσοστό το μηνιαίο μίσθωμα, ανεξαρτήτως αν ο ενδιαφερόμενος αγοράζει από την εταιρεία μακροχρόνιας μίσθωσης μόνο τη χρήση του αυτοκινήτου για συγκεκριμένη χρονική διάρκεια -συνήθως τα τρία χρόνια- ή τελικά το εξαγοράσει στη λήξη της σύμβασης.

Αυτό που θα πρέπει να προσέξει ωστόσο ο ενδιαφερόμενος, στην περίπτωση που θέλει στη λήξη της σύμβασης να «κρατήσει» το αυτοκίνητο, είναι την υπολειμματική αξία, η οποία μπορεί να αυξήσει σημαντικά το τελικό κόστος αγοράς του αυτοκινήτου. Πάντως, η υπολειμματική αξία, είναι προσυμφωνημένη από την αρχή της σύμβασης.

Ακολουθεί ένα πραγματικό παράδειγμα για το πώς διαμορφώνεται η μηνιαία δόση, αλλά και το τελικό κόστος ενός αυτοκινήτου 1.400 κυβικών, αξίας 16.484 ευρώ, σε κάθε μία από τις τρεις περιπτώσεις χρηματοδότησης.