ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Εκτακτα έσοδα της Εθνικής εκτόξευσαν την κερδοφορία

Ισχυρή αύξηση κερδών κατά 48% σημείωσαν στο εννεάμηνο τα καθαρά κέρδη της Εθνικής Τράπεζας, τα οποία ανήλθαν στο εντυπωσιακό νούμερο των 791 εκατ. ευρώ. Οι επιδόσεις του εννεαμήνου επιβεβαιώνουν τη δυναμική του ομίλου ενώ στην ενοποίηση περιλαμβάνεται για πρώτη φορά η Finansbank. Ωστόσο, η παρουσιαζόμενη εικόνα οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε έκτακτα αποτελέσματα. Στην πραγματικότητα τα λειτουργικά κέρδη αυξήθηκαν κατά 18,8% (22,5% αν προστεθούν και τα κέρδη της Finans) και το άλμα του 48% πρέπει να αποδοθεί στα έκτακτα έσοδα ύψους 118,1 εκατ. ευρώ από την πώληση της Atlantic Bank στις ΗΠΑ.

Στα θετικά σημεία της περιόδου περιλαμβάνεται η ισχυρή αύξηση των εσόδων από τόκους (+17%) και από προμήθειες (15%) ενώ ισχυρή αύξηση κατά 31% παρουσίασαν τα κέρδη προ φόρων από τις δραστηριότητες στο εξωτερικό. Η επιτυχής ανάπτυξη της Εθνικής στον τομέα της τραπεζικής λιανικής αποτελεί την αιχμή του δόρατος: οι συνολικές χορηγήσεις της Εθνικής (χωρίς τα μεγέθη της Finansbank) στο εννέμηνο παρουσίσαν αύξηση κατά 17,3% ενώ οι χορηγήσεις λιανικής κατέγραψαν αύξηση κατά 24,4%.

Μοχλός ανάπτυξης

Η στεγαστική πίστη αποτελεί την κινητήρια δύναμη ανάπτυξης του χαρτοφυλακίου λιανικής, αντιπροσωπεύοντας πλέον το 40% του συνόλου των χορηγήσεων. Τον Σεπτέμβριο του 2006 το χαρτοφυλάκιο στεγαστικών δανείων (χωρίς τη Finansbank) σημείωσε αύξηση κατά 26,7% σε ετήσια βάση, ενώ τα καταναλωτικά δάνεια σημείωσαν αύξηση κατά 24,6%. Σημειώνεται πάντως ότι οι τρεις ιδιωτικές τράπεζες (Alpha, Eurobank και Πειραιώς) παρουσίασαν στο εννεάμηνο ισχυρότερη αύξηση χορηγήσεων, έναντι της ΕΤΕ, τόσο στη στεγαστική πίστη όσο και στην καταναλωτική πίστης.

Η αγορά

Το λειτουργικό κόστος του Ομίλου αυξήθηκε κατά 4.7% σε ετήσια βάση παρά τις κατά 17% αυξημένες λειτουργικές δαπάνες, εξαιτίας της επέκτασης του ομίλου στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Εθνικής οι θετικές εξελίξεις στο σκέλος ελέγχου των λειτουργικών δαπανών, αποτυπώνονται στον δείκτη αποτελεσματικότητας του Ομίλου που διαμορφώθηκε σε 49,4%, βελτιωμένος κατά 320 μονάδες βάσης σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2005.

Με αφορμή τα αποτελέσματα ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Εθνικής κ. Τάκης Αράπογλου δήλωσε: «Οι επιδόσεις του 9μήνου 2006 επιβεβαιώνουν τις στρατηγικές μας επιλογές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Η κερδοφορία αυτή συνοδεύεται από την υψηλότερη απόδοση στα κεφάλαια των μετόχων μεταξύ των ελληνικών τραπεζών, μια από τις υψηλότερες διεθνώς, γεγονός που υπογραμμίζει την προσήλωσή μας στην απόδοση αξίας στους μετόχους μας».

Η αγορά πάντως αντέδρασε αρνητικά στη δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων εννεαμήνου της Εθνικής. Παρά το θετικό διεθνές κλίμα η μετοχή της ΕΤΕ δέχθηκε ισχυρές πιέσεις κλείνοντας τελικά με απώλειες της τάξης του 3,6% ενώ διακινήθηκαν 3.439.521 μετοχές της.

Εθνική Ασφαλιστική: σημαντική μείωση κερδών

Στα 4,5 εκατ. ευρώ διαμορφώθηκαν τα ενοποιημένα μετά από φόρους κέρδη εννεαμήνου του ομίλου της Εθνικής Ασφαλιστικής, σημειώνοντας σημαντική μείωση σε σχέση με το περσινό αποτέλεσμα των 21,1 εκατ. ευρώ που ενσωμάτωσε και την υπεραξία από την πώληση του ακινήτου της οδού Μέρλιν. Το φετινό αποτέλεσμα επηρεάστηκε δυσμενώς από το κόστος των 10,7 εκατ. ευρώ για τη νέα εθελουσία έξοδο 71 υπαλλήλων, η περίοδος απόσβεσης του οποίου εκτιμάται σε 21 μήνες. Τα αποτελέσματα επηρεάστηκαν περαιτέρω αρνητικά και από την ενίσχυση των αποθεμάτων εκκρεμών ζημιών του κλάδου αστικής ευθύνης αυτοκινήτου κατά 24,2 εκατ. ευρώ και, όπως σημειώνεται στην ανακοίνωση της εταιρείας, χωρίς τα προαναφερθέντα έκτακτα κόστη, τα κέρδη μετά από φόρους θα ανέρχονταν σε 31,3 εκατ. ευρώ. Σε επίπεδο εργασιών, τα καθαρά δεδουλευμένα ασφάλιστρα αυξήθηκαν κατά 24%, φθάνοντας τα 484 εκατ. ευρώ, με τη μεγαλύτερη αύξηση της τάξης του 51% να καταγράφει ο κλάδος ζωής, ο οποίος αντιπροσωπεύει πλέον το 52% της συνολικής παραγωγής, έναντι 41% πέρυσι. Βασικός παράγοντας είναι η επιτυχημένη ανάπτυξη του bankassurance, ενώ ανοδικά κινήθηκε και η νέα παραγωγή ατομικών ζωής, καταγράφοντας αύξηση 28%. Τα καθαρά ασφάλιστρα των ασφαλίσεων κατά ζημιών αυξήθηκαν κατά 5%, με την παραγωγή του κλάδου κλάδου πυρός, που αυξήθηκε κατά 15%, να αντισταθμίζει τη μείωση κατά 11% της παραγωγής στον κλάδο αυτοκινήτου.