ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Τέλος οι «παχιές αγελάδες» για τις τράπεζες

Τελειώνει το πάρτι, της θεαματικής ανάπτυξης και της υψηλής κερδοφορίας, των ελληνικών τραπεζών; Οι επιτελείς των τραπεζών σημειώνουν ότι τα περιθώρια ανάπτυξης της εγχώριας αγοράς δεν έχουν εξαντληθεί, ωστόσο αναγνωρίζουν ότι από εδώ και πέρα οι συνθήκες θα γίνονται ολοένα πιο δύσκολες και απαιτητικές.

Με άλλα λόγια, αναγνωρίζουν ότι η περίοδος της ανέμελης ανάπτυξης και κερδοφορίας κάπου εδώ τελειώνει. Μετά την απελευθέρωση της τραπεζικής λιανικής, η οποία συνέπεσε με μια συγκυρία υψηλής οικονομικής ανάπτυξης για τη χώρα και χαμηλών επιτοκίων διεθνώς, οι τράπεζες δεν χρειάζονταν να κάνουν και πολλά: απλά άνοιξαν τις κάνουλες του δανεισμού και τα νοικοκυριά έκαναν ουρές για να εξασφαλίσουν χρήματα.

Ωστόσο η εύφορη αυτή εποχή πλησιάζει στο τέλος της. Η ένταση του ανταγωνισμού ροκανίζει τα περιθώρια κέρδους, οι ρυθμοί πιστωτικής επέκτασης επιβραδύνονται, πλήθως θεσμικών αλλαγών επιβαρύνουν το κόστος και αυξάνουν τις απαιτήσεις σε εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό, οι νέοι παίχτες στην εγχώρια τραπεζική αγορά δυσκολεύουν ακόμα περισσότερο τις συνθήκες. Ολα αυτά δημιουργούν πίεση και προβληματίζουν τις τράπεζες, άλλες περισσότερο και άλλες λιγότερο. Το βέβαιο είναι ότι από το 2007 και μετά η υπόθεση υψηλή κερδοφορία και αποδοτικότητα θα αφορά ολοένα και λιγότερες τράπεζες. Θα αφορά μόνον όσες μπορέσουν να αναβαθμίσουν ουσιαστικά την ποιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών τους πετυχαίνοντας ταυτόχρονα και μείωση του κόστους λειτουργίας. Συνδυασμός εξαιρετικά σύνθετος.

Ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Εθνικής Τράπεζας κ. Τάκης Αράπογλου σημειώνει στην «Κ» ότι όσο ωριμάζει η αγορά το περιθώριο κέρδους των τραπεζών θα περιορίζεται. Ετσι το παιχνίδΙ σταδικά θα μεταφερθεί από την αύξηση των εσόδων στον αποτελεσματικό έλεγχο του κόστους και την ποιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών. Αν θέλουν οι τράπεζες, σημειώνει ο κ. Αράπογλου, να διατηρήσουν υψηλή ανταγωνιστικότητα θα πρέπει να διαχειριστούν αποτελεσματικότερα το κόστος τους. Παράλληλα όμως όσο η τιμολόγηση των προϊόντων παύει να αποτελεί στοιχείο του ανταγωνισμού, καθώς όλοι συγκλίνουν σε -λίγο πολύ -κοινά επίπεδα τιμών, αυτό που θα διαφοροποιήσει τις τράπεζες, εκτός του κόστους, θα είναι η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών. Η ποιότητα των υπηρεσιών θα είναι το μελλοντικό πεδίο μάχης των τραπεζών, τονίζει ο επικεφαλής της ΕΤΕ.

Καθοριστικό σημείο βέβαια είναι και η επέκταση στο εξωτερικό. Τα έσοδα από το εξωτερικό θα αποτελέσουν μελλοντικά μια σημαντική πηγή εσόδων, ωστόσο δεν θα αντισταθμίσουν πλήρως την απώλεια εσόδων από την εγχώρια αγορά. Επιπλέον αναμένεται χρονική υστέρηση μεταξύ της απώλειας εσόδων από την εγχώρια αγορά και της αύξησης των εσόδων από το εξωτερικό. Δηλαδή η ωρίμανση της εγχώριας αγοράς αναμένεται πιο νωρίς από την ουσιαστική ανάπτυξη των τραπεζικών αγορών των γειτονικών χωρών. Παρόλα αυτά οι προοπτικές είναι μεγάλες δίνοντας αναπτυξιακή διέξοδο όχι μόνο στις τράπεζες, αλλά σε όλο το φάσμα της εγχώριας επιχειρηματικής δραστηριότητας. Ο διευθύνων σύμβουλος της Alpha Bank κ. Δημήτριος Μαντζούνης σημειώνει ότι η αναπτυσσόμενη δυναμικά εγχώρια αγορά συμπληρώνεται με ιδανικό τρόπο από τις ταχέως αναπτυσσόμενες αγορές των χωρών της ΝΑ Ευρώπης. Τόσο οι τράπεζες όσο και οι επιχειρήσεις στην Ελλάδα, σημειώνει ο κ. Μαντζούνης, θεωρούν την αγορά των χωρών αυτών ως εσωτερική τους αγορά και την συμπεριλαμβάνουν στα σχέδιά τους. Τα κέρδη που αποκομίζουν οι ελληνικές τράπεζες από την ευρύτερη περιοχή υπολείπονται ακόμα του 10% των συνολικών τους κερδών, αλλά αναμένεται να λάβουν μεγαλύτερες διαστάσεις στα επόμενα χρόνια, σημειώνει.

Τη στρατηγική σημασία που έχει για τις εγχώριες τράπεζες η εδραίωσή τους στις αγορές των Βαλκανίων και της Λεκάνης της Μεσογείου σημειώνει και ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Τράπεζας Πειραιώς κ. Μιχάλης Σάλλας. Το ενδιαφέρον των ξένων επενδυτών για τις μετοχές των ελληνικών τραπεζών, αναφέρει ο κ. Σάλλας, εστιάζεται περισσότερο στο παρόν και το μέλλον των δραστηριοτήτων τους σε άλλες χώρες, και λιγότερο τις δραστηριότητές τους στην εγχώρια αγορά.

Πίεση για συγχωνεύσεις

Η όξυνση του ανταγωνισμού και η σταδιακή ωρίμανση της εγχώριας αγοράς θα δημιουργήσει πιεστική ανάγκη για τον έλεγχο του κόστους. Μέχρι τώρα η μεγάλη αύξηση των εσόδων άφηνε στο περιθώριο το σκέλος του κόστους.

Ολα αυτά πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα της ελληνικής δυσκαμψίας, καθώς η συγχώνευση για παράδειγμα δυο μεγάλων τραπεζών (δεδομένου του θεσμικού πλαισίου, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις εργασιακές σχέσεις) θα δημιουργούσε πολλά περισσότερα προβλήματα από οικονομίες κλίμακας. Αντίθετα οι μικρού και μεσαίου μεγέθους τράπεζες εκτιμάται ότι θα επανεξετάσουν τα δεδομένα και θα επιδιώξουν μέσω συγχωνεύσεων να αυξήσουν τα μεγέθη τους και να επιτύχουν οικονομίες κλίμακας που θα τους φέρει σε πλεονεκτική θέση στη μάχη της επιβίωσης.