ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Καταπέλτης το κατηγορητήριο για τη Vodafone

Πίσω από το βαρύ πρόστιμο ύψους 76 εκατ. ευρώ που η ΑΔΑΕ επέβαλε στη Vodafone για την εμπλοκή της στην υπόθεση των υποκλοπών και εν αναμονή των αντιδράσεων της εταιρείας, σε ένα πολυσέλιδο κείμενό της η Αρχή τεκμηριώνει το κατηγορητήριο για οκτώ συνολικά παραπτώματα.

Σήμερα η «Κ» παρουσιάζει τμήματα της απόφασης της ΑΔΑΕ από την οποία ανέκυψε και το διοικητικό πρόστιμο, δίχως να εξαντληθεί η αυστηρότητά της. Το βέβαιο είναι ότι η ΑΔΑΕ αντιμετωπίζει σε όλο το σκεπτικό της μια σοβαρή υπόθεση υποκλοπών που άπτεται και ζητημάτων εθνικής ασφάλειας, εξαιτίας της σύνθεσης των παρακολουθουμένων (κυβερνητικά στελέχη, πρώην υπουργοί, επιλεγμένοι συνδρομητές με δράση στον αντιεξουσιαστικό χώρο κ.ά.), αλλά και της ιδιότυπης εγκατάστασης των αναβαθμισμένων κοριών.

Ειδικότερα στο σκεπτικό της αναφέρει:

– Για την παραβίαση του απορρήτου των επικοινωνιών μέσω της παράνομης εισαγωγής παρείσακτου λογισμικού.

«Σύμφωνα με το άρθρο 19 του Συντάγματος, το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο και νόμος ορίζει τα σχετικά με τη συγκρότηση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες ανεξάρτητης αρχής που διασφαλίζει το απόρρητο.

– Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3115/2003, σκοπός της ΑΔΑΕ είναι η προστασία του απορρήτου των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Με το δε άρθρο 11 του ιδίου νόμου προβλέπεται κυρωτική αρμοδιότητα της Αρχής στα υπαίτια φυσικά ή νομικά πρόσωπα, σε περίπτωση παραβάσεως της κείμενης νομοθεσίας σε σχέση με το απόρρητο των επικοινωνιών ή τους όρους και τις διαδικασίες άρσης αυτού.

– Κατά τις διατάξεις επιπροσθέτως του άρθρου 370 Α παρ. 1 Π.Κ. τιμωρείται όποιος αθέμιτα παγιδεύει ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο παρεμβαίνει σε τηλεφωνική σύνδεση ή συσκευή με σκοπό να πληροφορηθεί ή να μαγνητοφωνήσει το περιεχόμενο τηλεφωνικής συνδιάλεξης μεταξύ τρίτων.

– Επιπλέον, η Οδηγία 2002/58 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Ιουλίου 2002 σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την προστασία ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες), η οποία, σημειωτέον, ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο των κρινομένων συμβάντων, αλλά ενσωματώθηκε μεταγενεστέρως στην εθνική έννομη τάξη με τον Ν. 3471/2006 «Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τροποποίηση του Ν. 2472/1997» (ΦΕΚ Α 133), προβλέπει ότι απαγορεύεται η ακρόαση, υποκλοπή, αποθήκευση ή άλλο είδος παρακολούθησης ή επιτήρησης των επικοινωνιών και των συναφών δεδομένων κίνησης από πρόσωπα πλην των χρηστών, χωρίς τη συγκατάθεση των ενδιαφερομένων χρηστών, εκτός αν υπάρχει σχετική νόμιμη άδεια (άρθρο 5).

Υπό την έννοια αυτή, η διασφάλιση του απορρήτου των επικοινωνιών αποτελεί υποχρέωση του παρόχου στο κοινό τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, ο οποίος οφείλει να λαμβάνει τα ενδεδειγμένα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για την αποφυγή οποιασδήποτε περίπτωσης παραβίασής του. Εφόσον, συνεπώς διαπιστώθηκε εν προκειμένω η ύπαρξη άγνωστου λογισμικού στα ψηφιακά κέντρα αυτής (MEAPA, ΜΕΑΚS, ΜΕΑΚF, MEAPS), του οποίου η εισαγωγή, όπως αποδέχεται η ίδια η εταιρεία, είναι παράνομη και ενόψει των υφισταμένων στοιχείων του φακέλου και των τρόπων και προϋποθέσεων πρόσβασης στο δίκτυο της Vodafone, όπως αναλύθηκαν, διαπιστώνεται η συμμετοχή της εταιρείας στη διαδικασία πρόσβασης στο δίκτυό της, η ασφάλεια του οποίου είναι προϋπόθεση της προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών, η διασφάλιση του οποίου αποτελεί υποχρέωση του παρόχου».

– Για τη μη ενημέρωση των συνδρομητών σχετικά με τον υφιστάμενο κίνδυνο ασφάλειας

«Η εταιρεία Vodafone δηλώνει ότι οι συνδρομητές ενημερώθηκαν κατά σειρά προτεραιότητας, με πρώτον τον πρωθυπουργό της χώρας και ταυτόχρονα τον υπουργό Δημόσιας Τάξης και τον υπουργό Δικαιοσύνης, ενώ κατόπιν κυβερνητικής αποφάσεως δεν ενημερώθηκαν οι υπόλοιποι συνδρομητές, λόγω του απόρρητου και εμπιστευτικού χαρακτήρα της προκαταρκτικής εξέτασης και μάλιστα επί θέματος εθνικής ασφάλειας. Η κυβερνητική απόφαση δεν προκύπτει από στοιχεία του φακέλου και δεν αποδεικνύεται. Ακόμα όμως και αν είχε λάβει σχετική εντολή η εταιρεία, δεν αίρεται ο παράνομος χαρακτήρας της παράλειψης εκ μέρους της ενημέρωσης των συνδρομητών, δεδομένου ότι η εντολή αυτή θα ήταν μη σύννομη, αφού υποκείμενα της προστασίας του απορρήτου είναι πρωτίστως τα άτομα.

Τέλος, επισημαίνεται ότι η ενημέρωση των συνδρομητών ήταν αναγκαία προκειμένου να προστατευθεί το ατομικό δικαίωμα κάθε πολίτη στο απόρρητο των επικοινωνιών του, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Συντάγματος, είναι απολύτως απαραβίαστο. Είναι χαρακτηριστικό ότι μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει ενημέρωση των συνδρομητών εκ μέρους της Vodafone».

Για δυσχέρανση έργου της ΑΔΑΕ

«Η εταιρεία ισχυρίζεται ότι για την περίοδο έως και την 4.3.2005 δεν υπήρχε κανένας λόγος ούτε καμία ειδική υποχρέωση να διακρατηθούν τα συγκεκριμένα αρχεία αλλά και ότι, στη συνέχεια του γεγονότος που ακολούθησε, δεν προέκυψε κανένας λόγος για διακράτηση επιπλέον αρχείων φυσικής πρόσβασης, πέραν των ηλεκτρονικών αρχείων, βάσει εκτίμησης και του είδους της ενέργειας, η οποία σύμφωνα με την εταιρεία «αποτελεί όπως τελικά αποδείχτηκε μια υψηλότατου επιπέδου ηλεκτρονική επίθεση». Σύμφωνα με την εταιρεία, διακρατήθηκε ό,τι προβλεπόταν καθώς και τα επιπλέον στοιχεία που εκτιμήθηκε ότι χρειάζονταν, η αξία των οποίων αποδείχθηκε όταν ξεκίνησε η πλήρης αξιοποίησή τους με βάση τη νεότερη γνώση. Η εταιρεία σημειώνει ότι η εισαγγελική αρχή που είχε επιληφθεί του ζητήματος δεν είχε κρίνει αναγκαίο να της ζητήσει τη διακράτηση στοιχείων.

…Η καταστροφή των στοιχείων των εν λόγω βιβλίων μετά τη γνώση των κρινομένων συμβάντων αποτελεί δυσχέρανση του έργου της ΑΔΑΕ, διότι, ασχέτως του τρόπου πρόσβασης για την εισαγωγή/τροποποίηση του παρείσακτου λογισμικού, δεν κατέστη εφικτή εξ αυτής η ταυτοποίηση των προσώπων που εισήλθαν και εξήλθαν από το συγκεκριμένο κέντρο».

Για τη διακοπή του παράνομου λογισμικού

«Προσχηματικώς προβάλλεται από τη Vodafone ότι η διατήρηση του παρείσακτου λογισμικού ήταν παράνομη και άρα η διατήρησή του θα σήμαινε ανοχή εκ μέρους της της παράνομης πράξης, γεγονός το οποίο η ΑΔΑΕ δεν μπορούσε να ζητήσει αφού και αυτή υπόκειται στην αρχή της νομιμότητας.

Και τούτο διότι η δήλωση του συμβάντος αυτού στην ΑΔΑΕ θα ήρε αυτομάτως και από μόνη της την ανοχή εκ μέρους της της παράνομης πράξης. Αυτό το οποίο προσάπτεται στην εταιρεία είναι ότι απενεργοποίησε το παρείσακτο λογισμικό, χωρίς να ενημερώσει την ΑΔΑΕ και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, επιπροσθέτως στέρησε από την ΑΔΑΕ την αρμοδιότητά της να κατάσχει εγκαίρως κρίσιμο αποδεικτικό υλικό, πολλώ δε μάλλον αφού, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, δεν είχαν διααπιστωθεί από τη Vodafone κατά τον χρόνο απομάκρυνσης του παρείσακτου λογισμικού οι λόγοι εθνικής ασφαλείας που επέβαλαν, κατά τα δηλωθέντα από τη Vodafone, την άμεση απομάκρυνσή του, η οποία, σημειωτέον, ούτως ή άλλως έλαβε χώρα τέσσερις ημέρες μετά την προφορική ενημέρωση από την Ericsson. Σε κάθε περίπτωση όπως προαναφέρθηκε, η ΑΔΑΕ δεν στερείται αρμοδιότοτητας επί θεμάτων εθνικής ασφαλείας, και άρα, η έγκαιρη κατάσχεση του κρίσιμου αποδεικτικού υλικού ήταν επιβεβλημένη. Κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση είναι εάν ή όχι η Vodafone στέρησε επιπροσθέτως κατά τον επίκαιρο χρόνο εκδήλωσης των κρινομένων συμβάντων, λόγω της μη ενημερώσεως της ΑΔΑΕ, τη δυνατότητα της Αρχής να κατάσχει κρίσιμο αποδεικτικό υλικό. Αυτό, άλλωστε, αποτελεί και έναν πρόσθετο λόγο, για τον οποίο όφειλε η Vodafone να ενημερώσει εγκαίρως και πρωτίστως την ΑΔΑΕ».