ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Πώς επιβιώνουν οι εταιρείες με κακό μάνατζμεντ;

Μπορεί να ακούγεται κοινότοπο αν πει κανείς ότι αποδοτικές είναι οι επιχειρήσεις εκείνες που διαθέτουν καλό μάνατζμεντ. Οχι όμως όταν στη γενική αυτή παραδοχή καταλήγει με έρευνά του το Centre for Economic Performance του London School of Economics σε συνεργασία με τη γνωστή εταιρεία McKinsey και συγκεκριμένα από τους S.J. Dorgan, J.J. Dowdy, T. Rippin. Προστίθεται μάλιστα ως γενικό συμπέρασμα ότι οι αποφάσεις των μάνατζερ είναι περισσότερο σημαντικές για τη διαχείριση και τη διοίκηση της εταιρείας από ό,τι είναι οι επιχειρηματικές κατευθυντήριες γραμμές της και οι κυβερνητικές πολιτικές στις οποίες υπόκειται η γεωγραφική θέση της. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε 700 μεσαίου μεγέθους κατασκευαστικές εταιρείες σε Γαλλία, Γερμανία, Βρετανία και ΗΠΑ.

Διάφανες πρακτικές

Αναζητώντας τη σχέση του καλού μάνατζμεντ με την παραγωγικότητα, οι συγγραφείς της μελέτης αναφέρουν, κατ’ αρχάς, ότι όσο καλές και αν είναι οι πρακτικές μάνατζμεντ που αναπτύσσει και εφαρμόζει μια εταιρεία, ούτε μπορεί αλλά ούτε και πρέπει να κρατούνται μυστικές. Αφού, άλλωστε, η αντιγραφή τους από τους ανταγωνιστές της -εφόσον δεν τις έχει εξασφαλίσει με πατέντα- είναι ζήτημα λίγου χρόνου. «Κάτι που τελικά δεν είναι και κακό, αφού όταν υιοθετηθούν και από τους άλλους, το όφελος είναι για ολόκληρο τον κλάδο και αυξάνει την παραγωγικότητά του». Συνέβη ωστόσο οι εταιρείες με το καλύτερο μάνατζμεντ τις οποίες εντόπισε η έρευνα -ανεξάρτητα από γεωγραφική θέση, μέγεθος, κατασκευαστικό κλάδο, μισθολογικό ύψος, δαπάνες σε έρευνα και ανάπτυξη είτε σε κερδοφορία- να είναι αυτές που έλαβαν την υψηλότερη βαθμολογία και στους δείκτες μέτρησης, όπως είναι οι πωλήσεις ανά εργαζόμενο, ο ρυθμός εσόδων, το μερίδιο ανάπτυξης στην αγορά και η κεφαλοποίηση της αγοράς. Κάτι που έχει επίσης προκύψει και από προηγούμενη σχετική μελέτη.

Η εξήγηση

Οσο για τις εταιρείες εκείνες που παρουσίασαν τον «μαγικό» συνδυασμό, να έχουν δηλαδή καλή οικονομική αποδοτικότητα παρά το κακό μάνατζμεντ που εντοπίσθηκε, η εξήγηση που δίδεται είναι ότι διαθέτουν μοναδικά τεχνολογικά είτε δομικά πλεονεκτήματα. Στον συνδυασμό αυτό εμπίπτουν και οι μικροκατασκευαστικές επιχειρήσεις για προϊόντα γρήγορου κέρδους, που είτε διαθέτουν ένα μονοπώλιο λόγω γεωγραφικής θέσης τους είτε επικρατούν άλλες άτυπες καταστάσεις. «Δεν αλλοιώνουν το συμπέρασμα, ωστόσο, ότι στην αποτελεσματική απόδοση οδηγεί μόνο το καλό μάνατζμεντ και όχι το αντίστροφο».

Επειδή όμως και το ερώτημα που παραμένει είναι «πώς τότε επιβιώνουν τόσες πολλές κακοδιοικούμενες επιχειρήσεις», οι συγκεκριμένοι ερευνητές αποφάσισαν να ρίξουν φως και να διαλύσουν το… μυστήριο. Βρήκαν λοιπόν ότι οι κακοδιοικούμενες αυτές επιχειρήσεις συμβαίνει να μην έχουν ανταγωνισμό, ούτε και δεσμευτικούς εργατικούς νόμους. «Σε κάθε χώρα συναντήσαμε πολλές αποδοτικές εταιρείες που εργάζονται με δεσμευτικούς κανονισμούς σε κάποιο διαφορετικό βαθμό. Ωστόσο, ανακαλύψαμε ότι υπάρχει σαφής σύνδεση των κακοδιοικούμενων εταιρειών με εκείνους τους κυβερνητικούς κανονισμούς που δυσχεραίνουν την επιχείρηση στο να διαχειρίζεται τους εργαζομένους της. Και η σύνδεση αυτή είναι ακόμη ισχυρότερη εάν τους περιορίζεται και η ελευθερία να προσλαμβάνουν και να απολύουν το προσωπικό τους. Βρήκαμε επίσης ότι όσο περισσότερο προστατευμένες είναι οι εταιρείες από τον ανταγωνισμό τόσο λιγότερο έχουν κίνητρο να υιοθετήσουν τακτικές προηγμένου μάνατζμεντ». Η μελέτη απέδειξε ότι, αντιθέτως, όσο περισσότερο ανταγωνιστικό είναι το περιβάλλον τόσο περισσότερο η εταιρεία αναζητεί εκλεπτυσμένο μάνατζμεντ.

Επίσης, από την έρευνα σημειώθηκε ότι οι κακοδιοικούμενες εταιρείες είναι «γηραιότερες» από εκείνες που έχουν καλό μάνατζμεντ. «Βρήκαμε λοιπόν ότι οι νεαρές εταιρείες και το καλό μάνατζμεντ πάνε μαζί. Ο λόγος είναι ότι είναι νεοφερμένες στην αγορά και έχουν μεγαλύτερο κίνητρο για καινοτομία, μάθηση και αρχίζουν εφαρμόζοντας προηγμένες τακτικές μάνατζμεντ». Ενώ για τις παλαιότερες, η αποκόλλησή τους από κάθε τι που λειτούργησε αποτελεσματικά στο παρελθόν τους αποτελεί τεραστία πρόκληση.

Τι σημαίνει όμως και ποιες είναι οι επιπτώσεις του καλού μάνατζμεντ για τα στελέχη; Εδώ οι συγγραφείς είναι σαφείς. «Το καλό μάνατζμεντ έχει να κάνει με μεθόδους, στυλ και δεξιότητες και όχι με τις ώρες του ρολογιού που τις μετράει το στέλεχος μέσα στη δουλειά του. Η έρευνά μας βρήκε ότι δεν συνδέεται η ανταγωνιστικότητα του κλάδου με το πόσο σκληρά εργάζονται οι μάνατζερ. Στις καλοδιοικούμενες επιχειρήσεις που μελετήσαμε, οι μάνατζερ εργάζονταν κατά μέσο όρο σχεδόν μία ώρα την εβδομάδα περισσότερο από ό,τι στις άλλες επιχειρήσεις. Που σημαίνει ότι στις καλοδιοικούμενες επιχειρήσεις οι επιβλέποντες εργάζονται μάλλον «εξυπνότερα», παρά σκληρότερα». Επισημάνθηκε επίσης ότι έχουν αναπτύξει προσαρμοστικότητα μέσα από τις ευέλικτες μορφές εργασίας, υπάρχει μεγαλύτερη αυτονομία στη λήψη αποφάσεων και παρέχεται καλύτερη εκπαίδευση. Τόσο για τα στελέχη όσο και για το υφιστάμενο προσωπικό τους υπήρχε η επιλογή για μερική είτε πλήρη απασχόληση, επιδόματα και άλλες διευκολύνσεις για οικογενειακούς λόγους και ανάγκες, όπως και σε περιπτώσεις ανάγκης η τηλεργασία. «Ολα αυτά τα συναντήσαμε στις καλοδιοικούμενες επιχειρήσεις χωρίς όμως να είμαστε σε θέση και να αποδείξουμε ότι έχουν άμεση σχέση με το καλό μάνατζμεντ».

Ο μεγαλύτερος αριθμός καλοδιοικούμενων εταιρειών εντοπίστηκε στις ΗΠΑ παράλληλα με τον μεγαλύτερο αριθμό γυναικών μάνατζερ και με τα αποκεντρωμένα συστήματα λήψης αποφάσεων. Σε γενικές γραμμές, η μελέτη διαπίστωσε ότι σε χώρες όπου υπάρχουν περισσότερες γυναίκες μάνατζερ η λήψη αποφάσεων μεταβιβάζεται και σε εργαζόμενους κατώτερου επιπέδου και ότι το προσωπικό χαίρει μεγαλύτερης αυτονομίας. «Πιστεύουμε ότι η σχέση που υπάρχει μεταξύ γυναικών στελεχών και αποκεντρωμένης λήψης αποφάσεων στις καλοδιοικούμενες εταιρείες είναι ένα θέμα που χρήζει ιδιαίτερης μελέτης». Συμβαίνει επίσης οι εργαζόμενοι στις ΗΠΑ έστω και αν εργάζονται περισσότερες ώρες -περίπου μία επιπλέον ημέρα την εβδομάδα από ό,τι στις άλλες χώρες- σημειώνονται λιγότερες ημέρες απουσίας λόγω ασθένειας όπως και για διακοπές, ωστόσο δηλώνουν περίπου τα ίδια επίπεδα ικανοποίησης για τον συμβιβασμό της εργασίας με την προσωπική ζωή τους. Ακόμη, οι καλοδιοικούμενες εταιρείες όχι μόνο επενδύουν περισσότερο χρόνο και χρήμα στην κατάρτιση του επιτελικού προσωπικού τους, αλλά προσλαμβάνουν περισσότερο προσωπικό με πανεπιστημιακή και ανωτάτη εκπαίδευση. Και το τελευταίο αυτό χαρακτηριστικό έχει ιδιαίτερη σημασία για την ποιότητα του μάνατζμεντ που εφαρμόζουν.