ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Η καλύτερη χρονιά της εξαετίας το 2006 για τη Σοφοκλέους

Ως η καλύτερη χρονιά της τελευταίας εξαετίας θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το 2006 για την πλειοψηφία των μετοχών του ελληνικού Χρηματιστηρίου, καθώς πολλές από αυτές σημείωσαν μεγάλη άνοδο, εξασφαλίζοντας υψηλές υπεραξίες σε χιλιάδες μετόχους. Την ίδια στιγμή ο Γενικός Δείκτης Τιμών παρουσίασε άνοδο της τάξης του 19%. Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία της χρονιάς που τελείωσε, τρεις στις τέσσερις μετοχές σημείωσαν άνοδο και μάλιστα οι μισές από αυτές παρουσίασαν αύξηση τιμών πάνω από 35%. Διαπιστώνεται επίσης ότι το 2006, οι μετοχές, οι οποίες σημείωσαν τη σημαντικότερη άνοδο ήταν εκείνες οι οποίες είχαν κάποιο σημαντικό γεγονός να προβάλλουν ώστε να δικαιολογείται και η αντίστοιχη χρηματιστηριακή πορεία.

Οπως δείχνουν τα στοιχεία της Πήγασος ΑΧΕΠΕΥ, σε σύνολο 324 μετοχών που κινούνται ακόμη στο ταμπλό, 255 εμφάνισαν από την αρχή του έτους έστω και οριακή άνοδο, ενώ οι υπόλοιπες 79 παρουσίασαν πτώση. Από το σύνολο των «κερδοφόρων» μετοχών οι 140 παρουσιάζουν ετήσια άνοδο πάνω από 30%, γεγονός που αποδεικνύει ότι πολλές ήταν οι μετοχές κυρίως από την μεσαία και μικρή κεφαλαιοποίηση οι οποίες απέδωσαν καλύτερα από τον Γενικό Δείκτη.

Οσον αφορά στους κλαδικούς δείκτες, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του δωδεκάμηνου, τη μεγαλύτερη άνοδο παρουσίασε ο κλάδος της υγείας, εξαιτίας των επιχειρηματικών deals που έγιναν, αλλά και αυτών που κυοφορούνται. Ο εν λόγω κλάδος σημείωσε άνοδο κατά 144% κυρίως λόγω του ΙΑΣΩ που έχει τη μεγαλύτερη βαρύτητα στη διαμόρφωση του δείκτη.

Ακολουθεί ο δείκτης των Χημικών με άνοδο 80% λόγω της πορείας της Νεοχημικής, και των Χρηματοοικονομικών με άνοδο 70%, λόγω της μεγάλης βαρύτητας της μετοχή της ΕΧΑΕ, η οποία σημείωσε ιστορικά υψηλά.Σε επίπεδο δεικτών κεφαλαιοποίησης, τη μεγαλύτερη ετήσια άνοδο εμφάνισε ο δείκτης της μεσαίας κεφαλαιοποίησης FTSE ASE 40 με 50%, καθώς έντονο ήταν το ενδιαφέρον κυρίως των ξένων για μετοχές της κατηγορίας αυτής.

Επιχειρήσεις

Σε επίπεδο μετοχών, πρωταθλήτρια της ανόδου για το 2006, ανακηρύσσεται η Lavipharm, η οποία μέσα στο 2006 εξαπλασίασε την τιμή της. Μάλιστα η διαμόρφωση των υπεραξιών αυτών έγινε το τελευταίο τετράμηνο του έτους, καθώς η μετοχή «κλείδωσε» σε συνεχόμενα limit up το καλοκαίρι, όταν ανακοίνωσε την από καιρό αναμενόμενη έγκριση του φαρμακευτικού σκευάσματος από τον αμερικανικό φορέα εγκρίσεων, βγάζοντάς την από το αδιέξοδο που είχε περιέλθει τα τελευταία χρόνια.

Ακολούθησε η Veterin, με ετήσια άνοδο της τάξης του 480% και την οποία ουσιαστικά εκτόξευσε στην κορυφή, το «μαγικό ραβδί» του επιχειρηματία κ. Λαυρέντη Λαυρεντιάδη, ο οποίος και είναι πλέον ο νέος βασικός της μέτοχος και ο οποίος σχεδιάζει σημαντικές κινήσεις για την εν λόγω επιχείρηση.

Από τις μετοχές που διακρίθηκαν μέσα στο 2006, αρκετές ανήκουν σε εταιρείες του ομίλου ΒΙΟΧΑΛΚΟ, ο οποίο βρέθηκε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των επενδυτών. Σημαντική ήταν η πορεία της εταιρείας Ελληνικά Καλώδια η οποία σημείωσε άνοδο της τάξης του 280% κυρίως λόγω της μεγάλης υποτίμησης που είχε σε σχέση με της άλλες θυγατρικές της μητρικής της.

Στο στόχαστρο των πωλήσεων

Πέρα όμως από τις υψηλές αποτιμήσεις κάποιων εισηγμένων εταιρεία, υπήρξαν και κάποιες άλλες οι οποίες βρέθηκαν στο στόχαστρο των πωλήσεων. Για τις περισσότερες από αυτές συνέτρεχε ουσιαστικός λόγος για την απαξίωσή τους, όπως για παράδειγμα στην εταιρεία Hitch, της οποίας η μετοχή παρουσίασε τη μεγαλύτερη πτώση μέσα στο 2006 με 60% και ο λόγος ήταν η είσοδός της στην κατηγορία της επιτήρησης μετά από συνεχόμενες ζημιογόνες χρήσεις.

Την πρώτη πεντάδα με τις μετοχές με τη μεγαλύτερη απώλεια κλείνει η μετοχή της Κλωνατέξ, η οποία για μια ακόμη φορά, εξαιτίας των προβλημάτων στον κλάδο της αλλά και τις «αμαρτίες» του παρελθόντος βρίσκεται στο περιθώριο του Χ.Α. Οσον αφορά στους κλαδικούς δείκτες οι οποίοι σημείωσαν πτώση, με -7% εμφανίζεται ο δείκτης της εταιρείας πετρελαίου, λόγω της τιμής του μαύρου χρυσού φέτος και του περιορισμού των περιθωρίων διύλισης. Ο δεύτερος κλάδος που δείχνει να μην ευνοήθηκε φέτος είναι αυτός της τεχνολογίας, με τον σχετικό δείκτη να σημειώνει μικρές απώλειες εξαιτίας της μεγάλης «συμμετοχής» της Ιντρακόμ, για την οποία φέτος η χρονιά ήταν αρκετά δύσκολη.