ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Στη ρουμανική αγορά με 3 καταστήματα η Manetti

Είκοσι χρόνια συνεχούς δραστηριοποίησης στη λιανική αγορά ανδρικής ένδυσης συμπληρώνει το 2007 η εταιρεία Manetti. Διαθέτοντας συνολικά 25 καταστήματα σε όλη την Ελλάδα, εκ των οποίων 5 εταιρικά, η διοίκηση της εταιρείας γιορτάζει την επιτυχημένη πορεία της εγκαινιάζοντας την παρουσία της στην αγορά της Ρουμανίας, μέσα στο 2007, με το άνοιγμα τριών καταστημάτων. Σύμφωνα με τον εμπορικό διευθυντή και βασικό μέτοχο της εταιρείας, κ. Μάνο Γαληνάκη, η εταιρεία «έτρεξε» με ρυθμούς της τάξεως του 10% κατά το 9μηνο του 2006, ενώ στο 11μηνο της ίδιας χρήσης η αλυσίδα αναπτύσσεται με ρυθμούς της τάξεως του 15%. «Η αγορά της ανδρικής ένδυσης διέρχεται σημαντική κρίση τα τελευταία χρόνια», υποστηρίζει ο κ. Γαληνάκης, υπογραμμίζοντας ότι οι πιέσεις εντοπίζονται ιδιαίτερα στο μεσαίο κομμάτι της αγοράς. «Ως εκ τούτου, ο καταναλωτής αναζητά λύσεις είτε στα είδη που είναι οικονομικά είτε σε εκείνα που είναι ακριβότερα. Για τη Manetti, η βέλτιστη δυνατή συσχέτιση ποιότητας/τιμής είναι η κρίσιμη παράμετρος που εγγυάται την αναπτυξιακή της πορεία, τα τελευταία χρόνια». Αξίζει να σημειωθεί ότι η εταιρεία δραστηριοποιείται τόσο στην παραγωγή όσο και στην εμπορία ειδών ένδυσης, διαθέτοντας στα καταστήματά της ένα μείγμα εμπορευμάτων που κατά 55% αντιστοιχούν σε πουκάμισα και 45% σε αξεσουάρ, όπως ζώνες, γραβάτες αλλά και πλεκτά. «Αναπτύσσουμε ιδιαίτερα το brand name «Manetti» στα προαναφερθέντα είδη, η παραγωγή των οποίων είναι ελληνικής, τουρκικής αλλά και ιταλικής προέλευσης. Κατ’ αντιστοιχία, τα αξεσουάρ προέρχονται από διάφορες χώρες όπως η Αγγλία, οι ΗΠΑ και η Ιταλία. Ωστόσο, ο καταναλωτής θα βρει στα καταστήματά μας και άλλα επώνυμα είδη».

Πάντως, σύμφωνα με τον κ. Γαληνάκη, ο καταναλωτής σήμερα είναι εξαιρετικά ενημερωμένος, γνωρίζει τι είναι στη μόδα και δεν εξαπατάται εύκολα. Οσον αφορά την ενδεδειγμένη στρατηγική για τις εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην εξαιρετικά ανταγωνιστική αγορά της ένδυσης, απαιτείται μακροχρόνιος σχεδιασμός αλλά και επένδυση στο δίπτυχο ποιότητα – τιμή. «Η τελευταία καλή χρονιά για την αγορά ήταν στην κορυφή της χρηματιστηριακής ευφορίας, το 1999. Εκτοτε, οι πιέσεις έχουν πολλαπλασιαστεί, με αποτέλεσμα το ξεκαθάρισμα της αγοράς», σημειώνει ο κ. Γαληνάκης. Πάντως, οι οιωνοί είναι θετικοί για την ελληνική εταιρεία καθώς τον Δεκέμβριο πραγματοποιεί το 20-25% των ετήσιων πωλήσεών της ενώ ο Νοέμβριος έκλεισε με αύξηση κύκλου εργασιών κατά 25%.