ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Ανέτοιμες τράπεζες και χρηματιστηριακές για την οδηγία MiFID

Σημαντικές αλλαγές στη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και επανάσταση στον τρόπο παροχής υπηρεσιών και στις σχέσεις τους με τους πελάτες επιφέρει η υιοθέτηση της οδηγίας MiFID (Markets in Financial Instruments Directive), η ισχύς της οποίας ξεκινά την 1η Νοεμβρίου. Παρά το γεγονός ότι απομένουν λιγότερο από δύο μήνες για την ενεργοποίηση της οδηγίας, τόσο οι τράπεζες όσο και οι χρηματιστηριακές εταιρείες, εμφανίζονται ανέτοιμες να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα. Αιτία μεταξύ άλλων η μεταφορά των νέων κανόνων στο εθνικό δίκαιο στην κυριολεξία στο παρά πέντε, δηλαδή στις αρχές Αυγούστου με τον νόμο 3606, καθυστέρηση που οδηγεί και στη μη έγκαιρη έκδοση των απαραίτητων ερμηνευτικών εγκυκλίων από τις αρμόδιες εποπτικές αρχές, δηλαδή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και την Τράπεζα της Ελλάδος.

Το νέο καθεστώς, όπως ανέλυσαν ο γενικός διευθυντής της KPMG κ. Γιώργος Ραουνάς και ο senior manager κ. Γιώργος Μπιλάλης στο πλαίσιο σχετικής εκδήλωσης, οδηγεί στη μετάβαση από την κουλτούρα της προφορικής επικοινωνίας όσων παρέχουν χρηματοοικονομικά προϊόντα, στην κουλτούρα της γραπτής πληροφόρησης. Η εφαρμογή της οδηγίας εκτιμάται ότι θα οδηγήσει στην ενίσχυση της διαφάνειας και της αξιοπιστίας των φορέων που παρέχουν υπηρεσίες διαχείρισης διαθεσίμων, ενώ σε επίπεδο τιμολόγησης, η οδηγία προβλέπει τη γνωστοποίηση όλων των προμηθειών. Οπως εκτίμησαν οι εκπρόσωποι της ελεγκτικής εταιρείας, η διαφάνεια στα θέματα της τιμολόγησης θα οδηγήσει – ακόμα και αν αυτό δεν γίνει άμεσα- στη μείωση των προμηθειών, πρόβλεψη που επιβεβαιώνεται και από την εμπειρία από τις χώρες που έχουν ήδη προσαρμοστεί στις επιταγές της οδηγίας, οι χρηματοπιστωτικοί φορείς των οποίων προβάλλουν τη μείωση των προμηθειών ως ανταγωνιστικό τους πλεονέκτημα.

Τι καλύπτει

Η οδηγία καλύπτει όλα τα προϊόντα χρηματαγορών, τις μετοχές, τα ομόλογα, τα αμοιβαία κεφάλαια, τα swap, τα παράγωγα και τα δομημένα προϊόντα, που παρέχονται από τράπεζες, τις χρηματιστηριακές εταιρείες και τους ειδικούς διαπραγματευτές και προβλέπει την εναρμόνιση των πρακτικών σε ό,τι αφορά την παροχή υπηρεσιών επενδύσεων και τη διαχείριση διαθεσίμων. Αυτό συνεπάγεται την κατηγοριοποίηση του πελατολογίου με βάση τα χαρακτηριστικά κάθε πελάτη και τη δημιουργία του επενδυτικού του προφίλ, ώστε το προϊόν που του προτείνεται ως επενδυτική επιλογή να καλύπτει τις ανάγκες του, οι οποίες προηγουμένως έχουν αξιολογηθεί επαρκώς. Η κατηγοριοποίηση των πελατών ακολουθεί τη διάκριση ιδιώτες, επαγγελματίες και επιλέξιμους με την προστασία που η οδηγία προβλέπει να βαίνει μειούμενη από τους ιδιώτες στους επιλέξιμους πελάτες. Στόχος είναι η συλλογή για τη γνώση, την πείρα, την οικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς στόχους του πελάτη, προκειμένου στη συνέχεια να αξιολογηθεί και το κατά πόσο ένα προϊόν ή μια υπηρεσία είναι συμβατά με το προφίλ του συγκεκριμένου πελάτη.

Η οδηγία διασφαλίζει την παροχή πληροφοριών με σαφή, ακριβή -μη παραπλανητικό- και έντιμο τρόπο, δίνοντας αυξημένη σημασία και στη βέλτιστη πρακτική, δηλαδή την εκτέλεση της εντολής με τους πλέον ευνοϊκούς όρους για τον πελάτη. Αυτό σημαίνει την εκτέλεση της εντολής με τρόπου που θα επιτυγχάνεται το βέλτιστο δυνατό αποτέλεσμα, λαμβάνοντας υπόψη την τιμή, το κόστος, την ταχύτητα, την πιθανότητα εκτέλεσης και διακανονισμού, καθώς και τον όγκο της εντολής. Οι αυξημένες υποχρεώσεις που προβλέπει η νέα οδηγία ενδέχεται σύμφωνα με εκτιμήσεις να ανοίξουν την κερκόπορτα των προσφυγών από την πλευρά επενδυτών, όταν θεωρούν ότι τα συμφέροντά τους δεν έχουν προστατευθεί. Αντίστοιχα μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη επιφύλαξη των ίδιων των χρηματοπιστωτικών οργανισμών να διαχειρίζονται χαρτοφυλάκια, όταν θεωρούν ότι πρόκειται για πελάτη «υψηλού κινδύνου». Σημειώνεται ότι σύμφωνα με τον σχετικό νόμο, το πρόστιμο που μπορεί να επιβληθεί από τις εποπτικές αρχές, μπορεί να φτάσει έως και τα 3 εκατ. ευρώ ή ίσο με το διπλάσιο του τυχόν οφέλους που αποκόμισε ο παραβάτης από την παράβαση, ενώ μέχρι 500 χιλιάδες ευρώ είναι το πρόστιμο που μπορεί να επιβληθεί σε περίπτωση μη συνεργασίας στην διεξαγωγή έρευνας.

Από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας εξαιρούνται οι ασφαλιστικές εταιρείες και τα ασφαλιστικά Ταμεία, ως υπόχρεοι να εφαρμόσουν την οδηγία, χωρίς όμως να εξαιρούνται των δικαιωμάτων, που απολαμβάνουν ως πελάτες χρηματοπιστωτικών προϊόντων. Οι νέοι κανόνες επαναφέρουν άλλωστε και το θέμα της σύγκλισης των εποπτικών πρακτικών και της συνεργασίας των εποπτικών αρχών, προκειμένου να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα του ελέγχου αλλά και να αποφευχθούν επικαλύψεις.