ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Από το Λούμπεκ και το Μπέργκεν στη Νέα Υόρκη και το Λονδίνο

Κατά τα τέλη του Μεσαίωνα, οι πόλεις-κράτη διήνυσαν μια χρυσή περίοδο. Συντεχνίες εμπόρων δημιούργησαν ένα δίκτυο πόλεων-κρατών που έπαιζε επί αιώνες κυρίαρχο ρόλο στις συναλλαγές των θαλασσών της Βαλτικής και της Βορείου Ευρώπης. Πόλεις όπως είναι η Λούμπεκ, το Αμβούργο και το Μπέργκεν καρποφόρησαν κατά τη διάρκεια αυτού του πρώιμου σταδίου παγκοσμιοποίησης.

Σήμερα, στις αρχές του 21ου αιώνα, φαίνεται πως διανύουμε εκ νέου μια περίοδο παγκοσμιοποίησης. Πρωταγωνιστές είναι τα χρηματοοικονομικά κέντρα του Λονδίνου, του Μανχάταν και του Χονγκ Κονγκ. Αντί να επικεντρώνονται σε εμπορικές συναλλαγές, οι διαπραγματευτές αγορών περνούν ολόκληρα μερόνυχτα μπροστά στις οθόνες των υπολογιστών τους, μεταφέροντας πολλά εκατομμύρια δολάρια, στερλίνες, ευρώ και γιεν από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη με το πάτημα ενός πλήκτρου.

Παγκόσμια συσπείρωση

Πολλοί είχαν προβλέψει ότι αυτή η συσπείρωση παικτών σε αυτά τα χρηματοοικονομικά κέντρα που αντί να εξαλείφονται ως είδος, πολλαπλασιάζονται. Εκτός της Νέας Υόρκης, του Λονδίνου και του Τόκιο, μια νέα γενιά χρηματοοικονομικών κέντρων αναδύεται στην Ασία, τη Μέση Ανατολή και παραπέρα. Οπως έδειξε το παράδειγμα του Ντουμπάι, ακολουθώντας το πρότυπο της Σιγκαπούρης, μια αποφασισμένη κυβέρνηση μπορεί να δημιουργήσει ένα διεθνές χρηματοοικονομικό κέντρο από το μηδέν.

Σε αντίθεση με τη θωράκιση των ιστορικών πόλεων-κρατών, τα χρηματοπιστωτικά κέντρα του σήμερα εξαρτώνται όλο και περισσότερο στις μεταξύ τους διασυνδέσεις. Η τεχνολογία, η κινητικότητα κεφαλαίων και η διάχυση της απορρύθμισης έχουν δημιουργήσει ένα δίκτυο που σφύζει από δραστηριότητα. Οταν μια πόλη κοιμάται, μια άλλη βρίσκεται σε πλήρη εγρήγορση. Οπότε η διεκπεραίωση επενδύσεων δεν παύει ποτέ, γεγονός που οδηγεί τον όγκο των συναλλαγών σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.

Η κυριαρχία Λονδίνου και Νέας Υόρκης

Η Νέα Υόρκη και το Λονδίνο απολαμβάνουν το κύρος των κορυφαίων και παλαιότερων παικτών. Η Γουόλ Στριτ που είναι ο υπ’ αριθμόν 1 παίκτης παραδέχτηκε πρόσφατα ότι υπάρχει ανταγωνισμός από τους νέους παίκτες. Το Σίτι του Λονδίνου που υποδέχτηκε ένα νέο κύμα χρημάτων και ταλέντου οφείλει να διαλευκάνει ορισμένα θέματα. Ο Μάικλ Κλέιν της Citigroup επισημαίνει ότι τα παγκόσμια χρηματοοικονομικά κέντρα έχουν να αντιμετωπίσουν δύο προκλήσεις.

Πρώτον, η μεταστροφή της οικονομικής δραστηριότητας και των θέσεων εργασίας προς την Κίνα, την Ινδία και άλλες αναπτυσσόμενες χώρες.

Δεύτερον, η αύξηση της ζήτησης για πρώτες ύλες από τις χώρες της Μέσης Ανατολής και της Λατινικής Αμερικής, όπως και από τη Ρωσία. Δεδομένης της κατάργησης πολλών εμποδίων στο εμπόριο, το κόστος κεφαλαίου έχει μειωθεί δραματικά. Ως εκ τούτου, οι κυβερνήσεις των αναδυόμενων χωρών έχουν σήμερα συνείδηση των πλεονακτημάτων ενός ισχυρού χρηματοοικονομικού κέντρου στη χώρα. Μια αύξηση κεφαλαίων και θέσεων εργασίας ενισχύει την κοινωνική και οικονομική σταθερότητα μιας χώρας.

Φυσικά, λίγα είναι τα μέλη της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κοινότητας που μπορούν να θεωρηθούν αντάξια εκείνων της Νέας Υόρκης και του Λονδίνου, τα οποία ενσωματώνουν όλους του τομείς των αγορών, από την επενδυτική τραπεζική και τις μετοχές μέχρι τα παράγωγα. Παράλληλα, όμως, διαθέτουν πλούσια «αποθέματα» ικανών ατόμων, άμεση πρόσβαση σε κεφάλαια, υποδομές, ελκυστικά ρυθμιστικά και φορολογικά συστήματα και χαμηλά επίπεδα διαφθοράς.

Διαβατήριο η αγγλική γλώσσα

Η τοποθεσία και η χρήση της αγγλικής γλώσσας, που κυριαρχεί στον κόσμο των χρηματοοικονομικών, επίσης συγκαταλέγονται στα σημαντικά προτερήματα που καθιστούν το Λονδίνο, τη Νέα Υόρκη και το Χονγκ Κονγκ στα τρία κορυφαία χρηματοοικονομικά κέντρα. Βεβαίως, στη λίστα παλαιών και νέων παικτών δεν θα μπορούσε να παραλειφθεί το Τόκιο, η Ζυρίχη, η Γενεύη, το Μπαχρέιν και το Κατάρ. Οι κυβερνήσεις των χωρών όπου αναπτύσσονται νέα χρηματοοικονομικά κέντρα αναγνωρίζουν μια μακρά λίστα από οφέλη, όπως είναι οι υψηλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας,τα μεγάλα φορολογικά έσοδα και οι διεθνείς διασυνδέσεις. Πέραν των οικονομικών και πολιτικών πλεονεκτημάτων, όμως, επενδυτικοί τραπεζίτες και οικονομολόγοι τονίζουν πως παρατηρείται αύξηση της ρευστότητας του παγκόσμιου συστήματος και ενίσχυση της αποτελεσματικότητας, καθώς ο ανταγωνισμός μεταξύ διαφορετικών κέντρων διατηρεί σε χαμηλά επίπεδα το κόστος διαπραγμάτευσης και λοιπών συναλλαγών.