ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Φθηνό, αλλά προσωρινό χρήμα από την ΕΚΤ για τράπεζες και Δημόσιο

Περισσότερα από 55 δισ. ευρώ έχουν δανειστεί οι ελληνικές τράπεζες από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Την περασμένη Τετάρτη, όταν η ΕΚΤ διέθεσε 442 δισ. ευρώ με τη μορφή ετήσιων πιστώσεων και με επιτόκιο μόλις 1% σε 1.121 τράπεζες της εΕυρωζώνης, τα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα ζήτησαν και πήραν περίπου 25 δισ. ευρώ, δίνοντας ως ενέχυρο ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου. Από αυτά, τα 15 δισ. ήταν για ανανέωση παλαιότερων χορηγήσεων. Τα υπόλοιπα 10 δισ. ευρώ προστέθηκαν στα 45 δισ. ευρώ περίπου που είχαν πάρει τους προηγούμενους μήνες.

Για μία ακόμη φορά, οι εγχώριες τράπεζες πήραν περισσότερα κεφάλαια από την άτυπη ποσόστωση που τους αναλογεί με βάση τη συμβολή του ελληνικού ΑΕΠ στο ΑΕΠ των «16», η οποία είναι 2,7% περίπου.

Συνολικά, εκτιμάται ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν απορροφήσει περί το 5,2% των κεφαλαίων που έχει διαθέσει η ΕΚΤ με τη μορφή των πιστωτικών διευκολύνσεων.

Με μια πρώτη ανάγνωση αυτό δεν είναι κακό, υπό την έννοια ότι αυτός ήταν ο στόχος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας: Πρωτίστως, να διοχετεύσει ρευστότητα στην οικονομία μέσω των πιστωτικών ιδρυμάτων. Δευτερευόντως και σιωπηρώς, να διευκολύνει την αναχρηματοδότηση του αυξανόμενου χρέους των κρατών-μελών της Ζώνης του Ευρώ, αφού ένα μέρος της ρευστότητας που παίρνουν οι τράπεζες διατίθεται για την αγορά κρατικών ομολόγων.

Αυτό κάνουν και οι ελληνικές τράπεζες. Απλώς, η Ελλάδα και τα πιστωτικά ιδρύματά της φαίνεται να το παρακάνουν. Υπό τις παρούσες συνθήκες, είναι μια πρακτική που βολεύει και το υπουργείο Οικονομικών και τα πιστωτικά ιδρύματα. Οι τράπεζες αγοράζουν ομόλογα του Δημοσίου, τα οποία ενεχυριάζουν στην ΕΚΤ, αποκτούν ρευστότητα και κερδίζουν από τη διαφορά επιτοκίου. Δανείζουν, δηλαδή, το Δημόσιο με 4,5, ακόμα και 6% και δανείζονται από την ΕΚΤ με 1%. Το Δημόσιο από την πλευρά του βρίσκει αγοραστές για να πουλήσει ομόλογα και να αναχρηματοδοτήσει το χρέος. Οι ελληνικές τράπεζες στους πέντε πρώτους μήνες δανείστηκαν από την ΕΚΤ περί τα 20 δισ. ευρώ. Το Δημόσιο στο ίδιο διάστημα εξέδωσε ομόλογα και έντοκα γραμμάτια συνολικού ύψους 54 δισ.

Σε σχέση με το παρελθόν, η παρουσία των ελληνικών τραπεζών στις δημοπρασίες και στη δευτερογενή αγορά κρατικών τίτλων είναι πολύ πιο ισχυρή. Σε αρκετές περιπτώσεις έφτασαν να απορροφούν ακόμη και το 45% της έκδοσης, ενώ πριν από τη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση δεν ξεπερνούσαν το 15% – 20%.

Ωστόσο, το «όνειρο της κρίσης» -δηλαδή το άφθονο και φθηνό χρήμα για τις τράπεζες που εξασφαλίζει επαρκή χρηματοδότηση των δανειακών αναγκών του Δημοσίου- μπορεί να γίνει «o εφιάλτης της ανάκαμψης» και για τους δύο. Η προσδοκώμενη ανάκαμψη της παγκόσμιας και της ευρωπαϊκής οικονομίας το 2010 θα σημάνει στροφή σε πιο αυστηρή νομισματική πολιτική.

Η ΕΚΤ θα σταμάτησει τις διευκολύνσεις χρηματοδότησης και θα αρχίσει να αυξάνει τα επιτόκια, σε μια προσπάθεια να αναχαιτίσει τις πληθωριστικές πιέσεις, που θα εκδηλωθούν ως συνέπεια των ισχυρότατων ενέσεων ρευστότητας κατά την περίοδο της κρίσης.

Ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην και ανάκαμψη της ελληνικής. Αντίθετα, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Ε. Ε., της ΤτΕ, του ΔΝΤ και του ΟΟΣΑ η Ελλάδα θα ταλανίζεται μεταξύ στασιμότητας και ύφεσης όταν οι άλλοι εταίροι θα τροχοδρομούν προς την ανάκαμψη. Ετσι, το ελληνικό Δημόσιο σε λιγότερο από ένα χρόνο θα βρεθεί να αναχρηματοδοτεί το χρέος του υπό συνθήκες:

1. Υψηλότερου πληθωρισμού και υψηλότερων επιτοκίων.

2. Διευρυμένων spreads. Εχει παρατηρηθεί ότι όταν αυξάνονται τα επιτόκια των γερμανικών ομολόγων διευρύνονται τα spreads με τα ελληνικά, γιατί οι επενδυτές είναι ικανοποιημένοι με τις αποδόσεις των bunds και περιορίζεται το ενδιαφέρον τους για τους υψηλότερης απόδοσης, αλλά μεγαλύτερου κινδύνου, τίτλους.

3. Ακριβότερης ρευστότητας.

4. Με τα ίδια -στην καλύτερη περίπτωση- ή χειρότερα -στην πιθανότερη- δημοσιονομικά μεγέθη.

5. Αναιμικής ανάπτυξης.

Ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους γνωρίζει τον κίνδυνο και εξετάζει σενάρια αποτροπής. Κάποια από αυτά τα αποκάλυψε -πιθανώς όχι με τον κατάλληλο τρόπο- ο γενικός διευθυντής του ΟΔΔΗΧ κ. Σπ. Παπανικολάου. Την προηγούμενη Τρίτη με δηλώσεις του στο Reuters άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο να δανειστεί το Δημόσιο από φέτος για το 2010, προκειμένου να αξιοποιήσει τη ζήτηση που υπάρχει αυτή τη στιγμή για ελληνικά ομόλογα. Την επόμενη ημέρα αναδιπλώθηκε και είπε πως ένα άλλο σενάριο είναι η επαναγορά «ακριβών» ομολόγων με έκδοση νέων, πιο φθηνών.

Η ανάκαμψη θα φέρει δυσκολίες…

Η ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας και η προσαρμογή της νομισματικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας θα έχει επιπτώσεις και στις τράπεζες, οι οποίες θα πρέπει να αντικαταστήσουν τον φθηνό πακτωλό των 55 δισ. ευρώ της ΕΚΤ με αντίστοιχα, αλλά ακριβότερα κεφάλαια από τις αγορές.

Προφανώς η ΕΚΤ θα διαμορφώσει ένα χρονοδιάγραμμα όσο το δυνατόν ομαλότερης μετάβασης στις νέες συνθήκες. Ωστόσο, θα είναι ένα χρονοδιάγραμμα που θα αφορά όλες τις τράπεζες της Ευρωζώνης. Τα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα δανείστηκαν από την ΕΚΤ περισσότερα απ’ όσα -έστω και ατύπως- τους αναλογούσαν και γι’ αυτό κατά το πέρασμα στην εποχή του ακριβότερου χρήματος θα αισθανθούν περισσότερους κραδασμούς, σε σχέση με εκείνες τις ευρωπαϊκές τράπεζες που επέδειξαν μεγαλύτερη αυτοσυγκράτηση.

Η προοπτική αυτή είναι μια επιπλέον εστία προβληματισμού για την Τράπεζα της Ελλάδος, καθώς η εποχή του ακριβότερου χρήματος συμπίπτει στη χώρα μας με την κάμψη της οικονομικής δραστηριότητας, που για το χρηματοπιστωτικό σύστημα σημαίνει μεγαλύτερες επισφάλειες και κατά συνέπεια μεγαλύτερες πιέσεις για την κεφαλαιακή τους επάρκεια. Οι ελληνικές τράπεζες θα πρέπει να ενισχύσουν την κεφαλαιακή τους βάση και ταυτόχρονα να αντικαταστήσουν τα «φθηνά» 55 δισ. ευρώ της ΕΚΤ. Η λύση της εξίσωσης δεν είναι αδύνατη, αλλά δεν είναι και εύκολη.