ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Κερδίζει το… στοίχημα ο ΟΠΑΠ

Απόφαση με ενδεχομένως καθοριστικές συνέπειες για την προσπάθεια του ΟΠΑΠ να διατηρήσει το μονοπώλιο του στοιχήματος στην Ελλάδα έλαβε χθες το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, δικαιώνοντας την Πορτογαλία για την απαγόρευση που έχει επιβάλει στη διοργάνωση στη χώρα διαδικτυακού στοιχήματος από αλλοδαπές εταιρείες με έδρα στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Συνοπτικά, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι στο ευρύτερο πλέγμα της ελεύθερης κυκλοφορίας προϊόντων και υπηρεσιών εντός της Ε. Ε., τα τυχερά παιχνίδια κατέχουν ιδιαίτερη θέση και είναι δυνατόν να υπόκεινται σε περιορισμούς για την αντιμετώπιση θεμάτων, όπως, για παράδειγμα, οι απάτες και το οργανωμένο έγκλημα.

Με ακριβώς αυτό το επιχείρημα, η Πορτογαλία αναγνωρίζει στον κρατικό και μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα οργανισμό Santa Casa da Μisericοrdia de Lisboa το μονοπώλιο των λαχείων του Lotto και του αθλητικού στοιχήματος επί του εδάφους της, απαγορεύοντας όχι μόνον ανταγωνιστικές εταιρείες, αλλά και τη διαφήμιση ανταγωνιστικών προϊόντων. Η υπόθεση στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έφτασε μέσω προδικαστικού ερωτήματος που του έθεσε δικαστήριο της Πορτογαλίας, ως προς το κατά πόσον η εθνική νομοθεσία αντιτίθεται στην κοινοτική σχετικά με την ελεύθερη διακίνηση υπηρεσιών στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Το Δικαστήριο ουσιαστικά συντάχθηκε με τους Πορτογάλους που επικαλούνταν την ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου και την καταπολέμηση της εγκληματικότητας. Το πρόβλημα ανέκυψε από την προσπάθεια της εταιρείας BWIN με έδρα το Γιβραλτάρ να εισέλθει διαδικτυακά στην πορτογαλική αγορά σε συνεργασία με την πορτογαλική ποδοσφαιρική ομοσπονδία (Liga Ρortugese).

Σημειώνει έτσι το Δικαστήριο ότι ελλείψει κοινοτικής εναρμόνισης στον τομέα των τυχερών παιχνιδιών, τα κράτη-μέλη μπορούν να εισάγουν περιορισμούς και απαγορεύσεις, αρκεί αυτοί οι περιορισμοί αφ’ ενός να είναι λογικοί και ανάλογοι του επιδιωκόμενου στόχου, με άλλα λόγια «δεν πρέπει να βαίνουν πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξή του» και να εφαρμόζονται «κατά τρόπο μη εισάγοντα διακρίσεις», έναντι της μιας ή άλλης εταιρείας ή χώρας.

Ετσι κρίνει ότι το μονοπώλιο της Santa Casa de Misericordia εξυπηρετεί τον στόχο της αντιμετώπισης της απάτης, υπό τη λογική ότι είναι πολύ δύσκολο να ελεγχθεί από τις αρχές ενός κράτους η επάρκεια και η νομιμοφροσύνη εταιρειών που εδρεύουν αλλού (στην περίπτωση της BWIN, στο Γιβραλτάρ).

Σε ό, τι αφορά την περίπτωση του ΟΠΑΠ, είναι προφανές ότι δεν συμπίπτει ακριβώς με εκείνη της Πορτογαλίας, όμως η απόφαση του Δικαστηρίου ανοίγει ένα δρόμο δικαίωσης της εταιρείας υπό την έννοια ότι αναγνωρίζει το δικαίωμα μιας χώρας να διατηρεί μονοπώλιο στο στοίχημα λόγω του ιδιαίτερου χαρακτήρα που διαδραματίζουν σε μια κοινωνία τα τυχερά παιχνίδια.

Εκπρόσωπος της Επιτροπής δήλωσε συναφώς ότι οι Βρυξέλλες θα «εξετάσουν προσεκτικά» την απόφαση του Δικαστηρίου, προσαρμόζοντας αναλόγως τη στάση τους «σε άλλες υποθέσεις αναλόγου υφής». Προσέθεσε δε ότι είναι πάγια αρχή της Επιτροπής να μη θέτει υπό αμφισβήτηση με αποφάσεις και ενέργειές της τις τελεσίδικες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου…

Δικαίωση και για την Ελλάδα

Ασφαλέστερο όσο ποτέ άλλοτε στο παρελθόν είναι το μονοπώλιο του ελληνικού Δημοσίου στα τυχερά παιχνίδια μετά τη χθεσινή απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΟΠΑΠ κ. Χ. Χατζηεμμανουήλ. «Η απόφαση δικαιώνει απολύτως την Ελληνική Δημοκρατία και την ΟΠΑΠ Α. Ε.», είπε και σημείωσε ότι «όσοι με ευκολία προεξοφλούσαν την ασυμβατότητα με το Κοινοτικό Δίκαιο της ελληνικής απαγόρευσης παιγνίων στο Διαδίκτυο και γενικότερα του εθνικού μονοπωλίου προσπαθούσαν να παραπλανήσουν ή είχαν άγνοια της νομικής πραγματικότητας». Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΟΠΑΠ, είναι πλέον σαφές ότι «η διεξαγωγή και διαφήμιση παιγνίων που διοργανώνονται σε «παραδείσους» τύπου Μάλτας ή Γιβραλτάρ δεν προστατεύεται από δήθεν ευρωπαϊκά δικαιώματα και μπορεί να τιμωρηθεί ποινικά από τα κράτη-μέλη όπου κατοικούν οι πελάτες… Το μονοπώλιο είναι σήμερα ασφαλέστερο παρά ποτέ».